Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2010

finis Graeciae

Μετά τον αδόκητο χωρισμό Λάτσιου – Μενεγάκη μπορούμε να συνομολογήσουμε το τέλος της χώρας.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύση.

Ήταν;

Advertisements

Read Full Post »

Νέες κυκλοφορίες!!!

Αναλυτικά τα περιεχόμενα του νέου τεύχους έχουν ως εξής:

02 Ν. Δήμου, Κοινωνία τραβεστί
03 Της Σύνταξης, Η κρίση του Τύπου και ο τύπος της κρίσης
05 Θ. Ε. Παντούλας,  Ο βασιλιάς είναι γυμνός
08 Και εν οίκω και εν δήμω
10 Μ.Ν., Αλφάβητο
12 Χ. Χαλαζιάς, Λίγο πριν την πτώση της ΕΣΣΔ
14 Θ. Ε. Π., Μνήμη του λαού μου πώς σε λένε;
15 Μ.Ν., Πιπέρι στο στόμα
18 Η. Αλεξανδρής, Του Ανάν το κάγκελο
21 Δ. Ε. Ευαγγελίδης, Η Ελληνο-Σκοπιανή διαμάχη
ΑΘΗΝΑ
23 Αθήνα, πρωτεύουσα του ελλαδικού ευρωεπαρχιωτισμού
24 Δ. Αγγελής, Η πόλη ως πρόκληση
25 S. Runciman, Αθήνα, μια βαλκανική πρωτεύουσα
30 Σ. Σωτηρίου, Αθήνα: πρωτεύουσα τίνος;
32 Δ. Μάρτος, Αθηναϊσμός, Τοπικισμός και Περιβάλλον
37 Θ. Παντούλας, Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;
39 Δ. Τριανταφυλόπουλος, Παρθενώνας, Εκκλησία και
διανοούμενοι
44 Θ. Ν. Παπαθανασίου, Δίκοπο, τουλάχιστον…
45 Το σκίτσο είναι μια οπλισμένη αθωότης (Συνομιλία του
Στάθη Σταυρόπουλου με τον Κ. Μπλάθρα)
51 Ι. Ροηλίδης, Ερωτήματα αγωνίας και αποριών
55 Δ. Κοσμόπουλος, Ο πιο δικός μας ξένος
57 Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Σπίθες από στάχτη
60 Δ. Αγγελής, Κείμενα αγαπητικής δεξίωσης
61 Α. Θεοφιλογιαννάκος, Υπέρ των αγνοουμένων
62 Δ. Μυταράς, Πέντε ποιήματα
64 Α. Θεοφιλογιαννάκος, Πότε θα κάνει ξαστεριά;

Τιμή τεύχους: 6,5

Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετράει τη γη.

Ποια γη; Αυτή που ασκούνταν βρίζοντας ξένοι φαντάροι; Αυτή που λιάζονται ευρωπαίοι συνταξιούχοι ή αυτή που δώσαμε αντιπαροχή;
Ο Σολωμός είναι ένας ξένος. Γι’ αυτό και ξενίζει το υπερφίαλο Εγώ μας η αυτοπροαίρετη υποταγή του στην Ελευθερία. Σήμερα, στην εποχή του ανέξοδου φιλειρηνισμού, έχουν πέραση οι δεκάρικοι για ανέφελη συνύπαρξη λύκου, αρνιού και τσέλιγκα. Άλλωστε, η σύγχρονη βία μασκαρεύεται. Γίνεται ανθρωπιστική αποστολή και οικεία τηλεοπτική δυσκολία. Οικεία όμως εκείνα τα χρόνια ήταν η βία του δυνάστη και η απόφαση του εξεγερμένου να ζήσει ως Ελεύθερος ή να γενεί λαμπάδα της Λαμπρής για να λαμπρύνει το σκότος και την σκοτούρα μιας ζωής που δεν σκύβει την κεφαλή της. Κι όλα γύρω σου είναι φως. Μόνο που για να το λουστείς αυτό το φως, χρειάζεται σε πρώτη φάση να βγάλεις τα γυαλιά σου.

Τιμή βιβλίου: 12

Λόγω της αλλαγής διανομέα τόσο το περιοδικό, όσο και τα βιβλία μας, θα φτάσουν στα βιβλιοπωλεία με μια μικρή καθυστέρηση.

Στην Αθήνα πάντως ήδη μπορείτε να τα βρείτε στα βιβλιοπωλεία Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη), στο Εναλλακτικό (Θεμιστοκλέους), Χρηστάκης (Ιπποκράτους), Infognomon (Φιλελλήνων) κ.ά.

Τα βιβλιοπωλεία μπορούν να προμηθεύονται τεύχη και βιβλία μας από τις εκδόσεις Ερατώ (210 3830323)

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα σημεία διανομής προσεχώς ή στο τηλέφωνο 6932214189.

Read Full Post »

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Ποια είναι η ποσόστωση πατριωτισμού και διεθνισμού που αναλογεί σε έναν αριστερό; Δηλαδή, εντάξει, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Αλλά πού τέμνεται η ταξική τους συνείδηση με την εθνική τους; Η αφορμή των ερωτημάτων είναι προφανής: η συζήτηση που φούντωσε για το βιβλίο «Τι είναι η πατρίδα μας;» των κ. Δραγώνα και Φραγκουδάκη και ο παράδοξος, οριζόντιος διαχωρισμός πολιτικών κομμάτων και ακαδημαϊκής κοινότητας σε υπερασπιστές τους και σφοδρούς επικριτές τους. Η συζήτηση και η τροπή της αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη μάλλον επιδερμική (και τελικά διχοτομημένη) σχέση της αριστεράς με τις έννοιες έθνος και εθνικό.

Ακολουθώντας το μότο του Σολωμού πως «Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό», μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:

1) Είναι αληθές και αυτονόητο ότι η αριστερά δεν μπορεί να επιτρέψει να προπηλακίζονται η επιστημονική έρευνα και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Οφείλει να τις υπερασπίζεται από σκοταδιστικές επιθέσεις.

2) Είναι αληθές (σε βαθμό κοινοτοπίας) ότι η γέννηση των σύγχρονων εθνών είναι ένα φαινόμενο ιστορικό, συνδεδεμένο με το κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής. Και μιλώντας ιδιαίτερα για τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τη διαμόρφωσή τους από τις εθνικές αγορές και τα εθνικά κράτη που αναδύθηκαν δια πυρός, σιδήρου και επαναστάσεων τους τρεις τελευταίους αιώνες. Εξ ου και κανείς δεν μιλά σήμερα για έθνη Ρωμαίων, Γότθων, Τευτόνων, Σαξόνων ή Φράγκων, που για μια χιλιετία κατασπάραζαν το κουφάρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

3) Είναι ακόμη αληθές ότι, πέρα από την εθνική αγορά και το εθνικό κράτος, τα εθνικά νομίσματα, τα εθνικά μέτρα και σταθμά, την εθνική έννομη τάξη, κάθε σύγχρονη εθνική ταυτότητα στηρίχθηκε στην κατασκευή μιας εθνικής μυθολογίας στην οποία διασταυρώνονται και συνυπάρχουν πραγματικά και φαντασιακά δεδομένα. Και είναι επίσης αληθές ότι στην κατασκευή του εθνικού μύθου, στον οποίο χωνεύονται όλες οι αντιθέσεις μιας «εθνικής» κοινωνίας, συνέβαλαν τα εθνοκεντρικά εκπαιδευτικά συστήματα, προσκολλημένα για δεκαετίες στην αλαζονεία, την καχυποψία, ακόμη και την εχθρότητα, για τους «άλλους».

4) Είναι, όμως, επίσης αληθές ότι η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, πριν γίνει συμπαγής εθνική ταυτότητα, είναι μια διεργασία πολύ πιο σύνθετη και μακρόχρονη και υπερβαίνει το πλαίσιο μιας από καθέδρας εκπορευόμενης ιδεολογικής κατασκευής. Ότι σε κάθε ατομική εθνική συνείδηση επιβιώνει συλλογική μνήμη αιώνων, αποτυπωμένη στη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, τη διαδοχή των πολιτισμών, έστω κι αν ο ένας οικοδομείται στα ερείπια του άλλου.

5) Είναι επίσης αληθές ότι στις εθνικές συνειδήσεις επιβιώνουν στοιχεία και μνήμες που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και τα θεμελιώδη ιδεολογήματα των κυρίαρχων τάξεων. Επιβιώνει και μια ματιά στην ιστορία από τη σκοπιά των υποτελών. Τι σημαίνουν, για παράδειγμα, το «προδομένο ʼ21», η «προδομένη εθνική αντίσταση», η ταξικών διαστάσεων σύγκρουση για το γλωσσικό στην Ελλάδα; Και τι σημαίνει, αντίστροφα, η συλλογική σιωπή των Γερμανών για τη «μαύρη τρύπα» της ιστορίας τους; Είναι, δηλαδή, αληθές ότι η εθνική μνήμη ποτέ δεν είναι ενιαία και είναι αδύνατο να αποκρύψει κανείς ότι σε κάθε έθνος υπάρχουν δύο (τουλάχιστον) έθνη, δύο ιστορίες. Ότι σε κάθε μεγάλο «εθνικό πόλεμο» υπάρχει κι ένας μικρός ή μεγάλος εμφύλιος που η αποτίμησή του γίνεται πάντα από τη σκοπιά των νικητών.

6) Είναι αληθές ότι εκτός από τον διεθνισμό της αριστεράς, υπάρχει ο διεθνισμός της «Συντηρητικής Διεθνούς», ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου, που βρίσκει συχνά στις εθνικές ιδιαιτερότητες τα εμπόδια που άλλοτε συναντούσε στα σύνορα των αγορών. Τα σύνορα έχουν καταρρεύσει, αλλά αυτό που λείπει από την «αυτοκρατορία των αγορών» είναι ένας πολίτης χωρίς σύνορα, χωρίς ταξική, ιδεολογική, εθνική ή φυλετική ταυτότητα. Ένας καταναλωτής – παραγωγός, που, αν είναι δυνατόν, έχει μια γλώσσα, μια θρησκεία, ένα στυλ, ένα πολιτισμικό DNA συμβατό με τα brand names των προϊόντων που κατακλύζουν το σπίτι του. Εξ ου και οι οικονομικές ολοκληρώσεις της εποχής μας, με κορυφαία την ευρωπαϊκή, αναζητούν εναγωνίως να αντικαταστήσουν τις δεκάδες εθνικές ταυτότητες με μια ευρωπαϊκή. Ή μια ευρωατλαντική.

Το παράδοξο είναι ότι η προσπάθειά τους έχει μάλλον τα αντίστροφα αποτελέσματα. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η γεωπολιτική του χάους που επαναχαράσσει τα σύνορα του πλανήτη όχι μόνο ενισχύει εθνισμούς και εθνικισμούς, αλλά προκαλεί και ένα νέο κύμα εθνογενέσεων στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική. Αυτή η αναζωπύρωση του εθνισμού δεν είναι φυσικά μονοσήμαντη. Ο ριζοσπαστισμός της μπορεί να τροφοδοτήσει σκοταδισμό, ρατσισμό, πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, φασίζοντα καθεστώτα.

Ή, αντίστροφα, να λειτουργήσει ως απελευθερωτική δύναμη για τον κόσμο της εργασίας και τις καταπιεζόμενες τάξεις. Έχουμε αναλογιστεί, για παράδειγμα, τι είδους «εθνικά ανακλαστικά» ερεθίζει η αλητεία ανηλεών επιθέσεων στην «εθνική οικονομία» της Ελλάδας; Αλλά και πόσο βαθύ, ταξικό περιεχόμενο μπορούν να αποκτήσουν αυτά τα ανακλαστικά όταν ανακαλύψουν εντός του «απειλούμενου έθνους» δεν υπάρχει καμιά ενότητα συμφερόντων; Ή όταν έλθουν σε ρήξη με κεντρικές επιλογές της οικονομικής και πολιτικής ελίτ την τελευταία τριακονταετία, όπως ο ευρωπαϊσμός και η «ορθοδοξία» της ΟΝΕ;

Επομένως, όλοι οι εθνικισμοί και οι αντι-εθνικισμοί δεν είναι ίδιοι. Ούτε το συντηρητικό περιεχόμενο των πρώτων είναι δεδομένο ούτε η προοδευτικότητα των δεύτερων αυταπόδεικτη. Και επομένως, ο διεθνισμός της αριστεράς περιέχει αναγκαστικά και μια ποσόστωση «εθνισμού» που έχει ένα ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό περιεχόμενο, στο βαθμό που αποκαλύπτει τη βασική αντίθεση της εποχής μας: την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, περίτεχνα καμουφλαρισμένη κάτω από δεκάδες άλλες αντιθέσεις. Το θέμα είναι ποιος έχει τα κότσια να σκίσει το καμουφλάζ.

Η ΑΥΓΗ 24/01/2010

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519432

Read Full Post »

Read Full Post »

(Φίλες και φίλοι το μεταναστευτικό ζήτημα είναι ένα εξόχως σοβαρό θέμα, το οποίο χρειάζεται νηφαλιότητα. Δυστυχώς πλεονάζουν τα συνθήματα. Από σήμερα θα δημοσιεύουμε ή θα αναδημοσιεύουμε όσες απόψεις φθάνουν στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο και κρίνουμε ότι βοηθούν να γίνει μια σοβαρή δημόσια διαβούλευση).

του Σταύρου Λυγερού
Η παραχώρηση ιθαγένειας και δικαιώματος ψήφου σε μετανάστες είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να εκτραπεί σε αντιπαράθεση ιδεολογημάτων και ανταλλαγή προσβλητικών χαρακτηρισμών. Η Ελλάδα φιλοξενεί κατά κανόνα μετανάστες που εισήλθαν παρανόμως. Στην πορεία νομιμοποίησε μαζικά ένα ποσοστό εξ αυτών. Το φαινόμενο, όμως, είναι συνεχούς ροής. Χιλιάδες εισέρχονται μηνιαίως και εγκλωβίζονται εδώ, επειδή είναι εύκολη η είσοδος στην Ελλάδα και δύσκολη η έξοδος. Ο ισχυρισμός ότι θα στεγανοποιηθούν τα σύνορα είναι προπαγανδιστικός. Οταν το Λιμενικό εντοπίζει πλοιάρια κατά κανόνα υποχρεώνεται σε επιχείρηση διάσωσης. Η μόνη λύση είναι η υιοθέτηση κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής επαναπατρισμού και επανεισδοχής όσων λαθρομεταναστών δεν δικαιούνται πολιτικό άσυλο ή άλλη προβλεπόμενη προστασία.
Η συσσώρευση λαθρομεταναστών απειλεί πολλαπλώς τις κοινωνικές ισορροπίες ειδικά στις συνθήκες οξύτατης κρίσης. Η «μαύρη» εργασία συρρικνώνει τη νόμιμη απασχόληση στους χειρώνακτες. Οι κοινωνικές υποδομές επιβαρύνονται. Η δυσκολία επιβίωσης ενισχύει την εγκληματικότητα. Η βαθιά πολιτισμική διαφορά εμποδίζει ακόμα και μουσουλμάνους που απέκτησαν ιθαγένεια να ενσωματωθούν στις δυτικές κοινωνίες. Στην Ελλάδα είναι επιπόλαιο να μιλάμε για μαζική ενσωμάτωση, επειδή ο αριθμός τους συνεχώς αυξάνεται με αποτέλεσμα να ζουν γκετοποιημένοι, συνήθως σε άθλιες συνθήκες.
Το ζητούμενο είναι αφενός η ανακοπή της εισροής κι αφετέρου η διαχείριση της μεταναστευτικής πραγματικότητας εντός της χώρας. Αντί γι’ αυτά, η κυβέρνηση υπεκφεύγει από το πρόβλημα, μοιράζοντας ιθαγένεια και δικαίωμα ψήφου. Πρόκειται για άλμα στο κενό κι όχι προς τα εμπρός, αφού το νομοσχέδιο αφήνει νομικά «παράθυρα». Η προσδοκία εύκολης νομιμοποίησης και πολιτογράφησης πιθανότατα θα τροφοδοτήσει τη λαθρομετανάστευση.
Η παραχώρηση ιθαγένειας και δικαιώματος ψήφου πρέπει να είναι συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης πολιτικής κι όχι προϊόν ιδεολογικών εμμονών. Είναι γελοίο να συγχέεται ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε μετανάστη με την παραχώρηση ιθαγένειας. Και βεβαίως είναι άκρως επικίνδυνο ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να προσεγγίζεται με όρους ιδεολογικής τρομοκρατίας. Όσοι παρακάμπτουν την δημόσια κριτική, χαρακτηρίζοντάς την «ακροδεξιά» και «ρατσιστική», βολεύονται οι ίδιοι και ταυτοχρόνως προσφέρουν πολύτιμο δώρο στον ΛΑΟΣ. Ουσιαστικά,
προσπαθούν να εγκλωβίσουν τη δημόσια συζήτηση μεταξύ Σκύλλας (όσοι αντιλαμβάνονται την Ελλάδα σαν χώρο κι όχι ως χώρα) και Χάρυβδης (όσοι μιλούν για νόθευση της ανύπαρκτης καθαρότητας του ελληνικού αίματος).

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_22/01/2010_387820

Read Full Post »

Ο Πολιτικός Όμιλος για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα διοργανώνει ανοιχτή συζήτηση με θέμα: Το Μεταναστευτικό Πρόβλημα σήμερα.

Η εκδήλωση γίνεται την Πέμπτη 21/1 στις 7 μ.μ. στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου (Βασ. Σοφίας και Ριζάρη).

Προλογίζει ο Στέλιος Παπαθεμελής, Πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης.

Εισηγούνται: Ο Κώστας Γκιουλέκας, βουλευτής, ο Θόδωρος Κατσανέβας, Καθ. Παν.-τ. Βουλευτής, ο Παντελής Οικονόμου, Βουλευτής, ο Σάββας Ρομπόλης, Καθ. Παν.-Διευθ. Ινστιτούτου Εργασίας.

Read Full Post »

Θεσσαλονίκη, 16 Ιανουαρίου 2010

Πανιερώτατε,

Φίλε κύριε Παπαθεμελή,

Αγαπητές Φίλες και Φίλοι,

Θέλω με την σειρά μου να ευχηθώ σε όλες και όλους Χρόνια Πολλά, υγεία και οικογενειακή ευτυχία και όπως σύντομα ο Ελληνισμός στο σύνολό του, κατακτήσει τη θέση που του αρμόζει και του αξίζει στον σύγχρονο κόσμο.

Επιτρέψετέ μου πρώτα να ευχαριστήσω τον πολύ αγαπητό φίλο κύριο Παπαθεμελή για την πρόσκληση του να παρευρεθώ στην ετήσια αυτή εκδήλωσή σας, για να μοιραστώ τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου μαζί σας.  Θέλω, ακόμη, να ευχαριστήσω όλους εσάς για την παρουσία σας, την οποία ερμηνεύω ως ειλικρινή ένδειξη αγάπης, ενδιαφέροντος και συμπαράστασης στον αντικατοχικό αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού.  Δεν θα πάψω να επαναλαμβάνω (έστω και αν γίνομαι κουραστικός) ότι το μέλλον της Ελλάδας και της Κύπρου είναι αλληλένδετο και αδιαχώριστο.  Οι κίνδυνοι και οι απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Ελλάδας και της Κύπρου έχουν την ίδια πηγή και τον ίδιο δράστη, που δεν είναι άλλος από τις νέο-οθωμανικές επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας.

Γι’ αυτό και ο αγώνας μας είναι κοινός. Όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσουμε, όσο πιο νωρίς διαμορφώσουμε, ως Ελληνισμός, μια ενιαία διεκδικητική πολιτική και στρατηγική τόσο περισσότερες πιθανότητες ανατροπής των Τουρκικών σχεδιασμών έχουμε. Η υποτίμηση της απειλής και η ερμηνεία στη βάση ευσεβοποθισμών των Τουρκικών προθέσεων εγκυμονεί τεράστιους εθνικούς κινδύνους.

Τούτη τη χρονική στιγμή, βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο των εντατικών συνομιλιών μεταξύ του Προέδρου κ. Δημήτρη Χριστόφια και του Τουρκοκύπριου ηγέτη κ. Ταλάτ. Συνομιλιών που διεξάγονται υπό την σκιά και το βάρος των τελευταίων προτάσεων της Τουρκικής πλευράς, που αποδεικνύουν (και στους πλέον δύσπιστους ή πολιτικά αφελής) πως η Τουρκία αυτό που θέλει να διαπραγματευθεί δεν είναι τη λύση του Κυπριακού αλλά την παράδοση και ομηρεία του Κυπριακού Ελληνισμού.  Όπως και με το Σχέδιο Ανάν το 2004, έτσι και σήμερα, η Άγκυρα απροκάλυπτα και με θράσος διακηρύττει, με τον πλέον επίσημο τρόπο, πως δεν ικανοποιείται με το να διασφαλίσει, μέσα από τη λύση, όσα παράνομα και διά της στρατιωτικής βίας κατέλαβε πριν από 36 χρόνια.

Η Τουρκία μέσα από μια Συνομοσπονδιακή λύση, υπό το μανδύα της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, στοχεύει στη δημιουργία ενός προτεκτοράτου που οι παραλυτικές του δομές και διαδικασίες θα το θέτουν υπό τον πλήρη πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχό της.  Στρατηγική επιδίωξη της Τουρκίας σε μακροπρόθεσμη βάση είναι ο εκτουρκισμός της Κύπρου μέσα από ένα νόμιμο μαζικό εποικισμό.

Αυτός είναι ο πολιτικός σχεδιασμός που κρύβεται μέσα στις προτάσεις που κατέθεσε ο κ. Ταλάτ και πού, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Χριστόφια, συντάχθηκαν στο Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών και απλά ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, ως απλός διανομέας, μας τις μετέφερε.

Το δικαίωμα βέτο των Τουρκοκύπριων σε όλες τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, η παροχή στα Κρατίδια αρμοδιοτήτων και εξουσιών που μόνο κυρίαρχα Κράτη διαθέτουν (όπως η σύναψη εξωτερικών σχέσεων), το δικαίωμα των Τούρκων της Τουρκίας να εγκαθίστανται και να διακινούνται ελεύθερα στην Κύπρο (δικαίωμα παρεμπιπτόντως που δεν θα έχουν οι Έλληνες Κύπριοι) και η δυνατότητα παροχής σ’ αυτούς της εσωτερικής ιθαγένειας του Τουρκοκυπριακού Κρατιδίου, η αριθμητική εξίσωση του 82% των Ελληνοκυπρίων με το 18% των Τουρκοκυπρίων, είναι μερικά μόνο δείγματα των σημερινών αναβαθμισμένων απαιτήσεων της Τουρκικής πλευράς.

Τι είναι όμως, αυτό που κάνει την Τουρκία να μην κρύβει πλέον τις επεκτατικές της βλέψεις;  Γιατί νιώθει τόση σιγουριά η Άγκυρα ώστε να μην διστάζει να καταθέσει προτάσεις που αντίκεινται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και προκαλούν και προσβάλλουν την εθνικής μας αξιοπρέπεια;

Ασφαλώς η στήριξη που οι ΗΠΑ προσφέρουν στην Τουρκία, όπως και η ανοχή που η διεθνής κοινότητα επιδεικνύει απέναντι στις Τουρκικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, είναι παράγοντες που εκτρέφουν την Τουρκική προκλητικότητα και αδιαλλαξία.  Μεγάλο μερίδιο ευθύνης, όμως, έχει και η δική μας πλευρά η οποία, με την αφελή και φοβική πολιτική της συμπεριφορά, επιτρέπει στην Τουρκία να επιτυγχάνει τους στόχους της χωρίς να αναλαμβάνει καμιά ευθύνη και χωρίς να πληρώνει κανένα τίμημα για την κατοχή Κυπριακών εδαφών.  Η πολιτική του εξευμενισμού της Τουρκίας αποδεικνύεται για μια φορά ότι είναι, όχι απλά αναποτελεσματική αλλά και, εθνικά επικίνδυνη.  Η πολιτική που χαρακτηρίζεται από φοβικά σύνδρομα αποθρασύνει την Τουρκία.  Η παροχή «γενναιόδωρων προσφορών» δεν κατευνάζει τις Τουρκικές ορέξεις, αντίθετα δημιουργεί νέες επεκτατικές βουλιμίες.

Η απομάκρυνση του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου από την Προεδρία σήμανε και το τέλος της αγωνιστικής και διεκδικητικής πολιτικής.  Η πολιτική του Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια μας πήρε χρόνια πίσω στη φιλοσοφία της πολιτικής του «καλού παιδιού».  Μιας πολιτικής που ακολουθήθηκε και στο παρελθόν και η οποία εκφράστηκε με διαδοχικές μονομερείς υποχωρήσεις που κατέστησαν αμφίβολη τη βιωσιμότητα μιας νόθας λύσης και αβέβαιη την επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού.   Από το ενιαίο Κράτος υποχωρήσαμε στο μοντέλο της Ομοσπονδίας και αργότερα της Διζωνικής – Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, για να φτάσουμε μέσα από διάφορα στάδια στο συνταγματικό και πολιτειακό τερατούργημα του Σχεδίου Ανάν, και σήμερα στη Συνομοσπονδιακή πρόταση Ταλάτ για εκτουρκισμό της Κύπρου.

Εγκαταλείποντας την εθνικά αξιοπρεπή πολιτική του Τάσσου Παπαδόπουλου, ο Πρόεδρος Χριστόφιας ακολούθησε μια πολιτική η οποία στηριζόταν σε τρεις άξονες και χαρακτηριζόταν από πολιτικές ψευδαισθήσεις και αφελείς εκτιμήσεις.  Ο πρώτος άξονας της Πολιτικής Χριστόφια, στηριζόταν στην ιδεολογική συγγένεια και φιλία του με τον κ. Ταλάτ.  Όπως ο ίδιος δημόσια διακήρυξε, πίστευε ότι «οι Τουρκοκύπριοι θα κάνουν επανάσταση κατά της Τουρκίας και από κοινού θα μπορέσουμε να την στριμώξουμε να αποδεχθεί τη λύση που οι Κύπριοι θα συμφωνούσαν».  Πίστωσε τον κ. Ταλάτ με καλή θέληση και πνεύμα συναίνεσης  και γι’ αυτό στη δεύτερη τους συνάντηση, στις 23 Μαΐου 2008, συναίνεσε σ’ ένα Κοινό Ανακοινωθέν που καθόριζε ότι η λύση θα οδηγήσει σε «ένα Κράτος Συνεταιριστικό» το οποίο θα δημιουργήσουν «δύο Συνιστώντα Κράτη».  Όπως ο ίδιος ο Πρόεδρος αργότερα μας εξήγησε, αυτό ήταν «δώρο προς τον φίλο του Μεχμέτ Αλή Ταλάτ για να τον βοηθήσει».

Ο δεύτερος άξονας της πολιτικής Χριστόφια εκφραζόταν με την σύναψη στρατηγικής συμμαχίας με τη Μεγάλη Βρετανία, την οποία ο ίδιος παλαιότερα, ορθά, έκρινε ως «τον κακό δαίμονα της Κύπρου».  Λίγες μόνο μέρες μετά την εκλογή του, υπέγραψε Μνημόνιο Συναντίληψης με τον Βρετανό Πρωθυπουργό, μέσα από το οποίο ο Κύπριος Πρόεδρος (παραβιάζοντας και παραδοσιακές θέσεις του ΑΚΕΛ) διασφάλιζε τους Βρετανούς στο ζήτημα της συνέχισης της παρουσίας των Βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στο νησί.  Αυτή η πολιτική, επανέφερε την μονοπωλιακή διαχείριση του Κυπριακού στη Βρετανία, θέτοντας τέρμα στην πολιτική του Τάσσου Παπαδόπουλου για ισότιμη εμπλοκή και των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας στο Κυπριακό.  Πίστευε ο Πρόεδρος Χριστόφιας ότι η «φιλία που έκτισε», όπως μας είπε, με τον Γκόρτον Μπράουν θα οδηγούσε σε στήριξη των δικαίων της Κύπρου από τη Βρετανία.

Ο τρίτος άξονας, ήταν αυτός της «πολιτικής ευελιξίας» στις συνομιλίες και απέναντι στην Τουρκία.  Ως έκφραση αυτής της ευελιξίας, ο Πρόεδρος Χριστόφιας φρόντισε η Τουρκία να περάσει αλώβητη την αξιολόγηση της από την Ευρωπαϊκή Ένωση τον περασμένο Δεκέμβρη.  Στις συνομιλίες φρόντισε να προσέλθει με μονομερείς υποχωρήσεις προσφέροντας ως δώρο την παραμονή 50.000 εποίκων, υιοθετώντας ως δική μας πρόταση την πάγια απαίτηση των Τούρκων για εκ περιτροπής Προεδρία και πολλά άλλα.  Πίστευε και προσδοκούσε πως με αυτές τις «γενναίες προσφορές» (όπως ο ίδιος τις χαρακτήρισε) η Τουρκία θα ανταποκρινόταν και θα επιδείκνυε πνεύμα συναίνεσης και συμβιβασμού.

Μετά από 18 μήνες «ευέλικτης πολιτικής» και ένα μόλις μήνα μετά την ανώδυνη αξιολόγηση της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία υπέβαλε τις δικές της «συναινετικές» προτάσεις που προανέφερα.  Ούτε λίγο ούτε πολύ η Τουρκία μας είπε πως, για να δεχθεί να υιοθετήσουμε τις δικές της προτάσεις θα πρέπει να της δώσουμε ανταλλάγματα.  Με δεδομένο (και κατ’ επανάληψη αποδεδειγμένο) ότι η Τουρκία, όσο περισσότερα της προσφέρεις τόσο περισσότερα ζητά, δεν θα εκπλαγώ αν όταν θα συζητηθεί το κεφάλαιο του εδαφικού, η Τουρκία να ζητήσει επιπλέον έδαφος.  Ο κ. Ταλάτ, όχι μόνο δεν έκανε επανάσταση κατά της Τουρκίας αλλά, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Χριστόφια, έγινε ο αγγελιαφόρος της.  Δημόσια και χωρίς συνδυασμούς ο κ. Ταλάτ δηλώνει ότι για να υπάρξει λύση πρέπει να ικανοποιηθούν οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας.  Και ενώ ο Πρόεδρος Χριστόφιας μιλά για λύση «από τους Κύπριους για τους Κύπριους» (λες και είναι Κυπριακά τα στρατεύματα που εισέβαλαν στην Κερύνεια και κατέλαβαν την Μόρφου και την Αμμόχωστο), ο κ. Ταλάτ παραδέχεται ότι τις θέσεις και προτάσεις που καταθέτει τις επεξεργάζεται με την Άγκυρα.  Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να προβληματίζει τον Κύπριο Πρόεδρο ο οποίος εκφοβίζει τον Κυπριακό Ελληνισμό με το ενδεχόμενο εκλογής του κ. Έρογλου υπονοώντας ότι θα πρέπει να κάνουμε και άλλες υποχωρήσεις, για να βοηθήσουμε τον φίλο Ταλάτ.

Αν, όμως, όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστόφιας, τις προτάσεις που κατατίθενται στο Τραπέζι των συνομιλιών τις διαμορφώνει η Άγκυρα και όχι ο κ. Ταλάτ προς τί ο φόβος να μην εκλεγεί ο κ. Έρογλου;  Τι θα αλλάξει;  Μήπως δεν θα είναι και αυτός αγγελιαφόρος της Άγκυρας;  Όσον δε αφορά τον εξαγνισμό του «φίλου και συντρόφου» Ταλάτ από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το νόμο για την τιτλοποίηση σε Τουρκοκυπρίους, Τούρκους και ξένους των κατεχομένων περιουσιών των προσφύγων μας, δεν τον έκανε ο Ραούφ Ντενκτάς αλλά ο συναινετικός κ. Ταλάτ.  Αυτός, επίσης, είναι που έδωσε την παράνομη «Τουρκοκυπριακή Ιθαγένεια» σε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους εποίκους.  Αυτές τις «φιλικές» πρωτοβουλίες του κ. Ταλάτ ανησυχούμε ότι θα χάσουμε σε μια πιθανή εκλογή Έρογλου;

Οι «σύμμαχοι» Βρετανοί απέδειξαν τον περασμένο Δεκέμβριο, για μια ακόμα φορά, ότι η «φιλία» του Προέδρου Χριστόφια με τον Πρωθυπουργό Γκόρτον Μπράουν ένα και μόνο σκοπό μπορεί να εξυπηρετήσει: την απρόσκοπτη πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη διαιώνιση της παρουσίας των βάσεων τους στην Κύπρο.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της «ευέλικτης πολιτικής» του «καλού παιδιού».  Η πολιτική Χριστόφια που στηριζόταν σε ανιστόρητες ψευδαισθήσεις, προσωπικές φιλίες και χημείες και παραγνώριζε το γεωπολιτικό χαρακτήρα του Κυπριακού απέτυχε παταγωδώς.  Η πολιτική Χριστόφια κατέρρευσε γιατί στερείτο ρεαλισμού και αγνοούσε τους πραγματικούς στόχους της Τουρκίας.  Γιατί παραγνώριζε τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, της Βρετανίας και των συμμάχων τους στην περιοχή μας.  Απέτυχε γιατί δεν διδάχθηκε από την ιστορία.

Το δυστύχημα είναι ότι, αντί ο Κύπριος Πρόεδρος και όσοι στηρίζουν την υποχωρητική του πολιτική, να προβληματιστούν μετά από τις τελευταίες Τουρκικές προτάσεις και να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους, προσπαθούν να πείσουν τον Κυπριακό Ελληνισμό πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο των πολιτικών διολισθήσεων.

Σε όσους, από εμάς, ασκούμε κριτική στην πολιτική των μονομερών υποχωρήσεων, απαντούν με το αστήρικτο και προσβλητικό στερεότυπο ότι «δεν θέλουμε λύση».  Στις προτάσεις μας για μια λύση που να ανατρέπει τα κατοχικά δεδομένα και θα οδηγεί σε μια λύση που θα εδράζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, σ’ ένα Κράτος δικαίου που θα λειτουργεί στη βάση των αρχών της δημοκρατίας, ο Πρόεδρος Χριστόφιας και οι πολιτικές ηγεσίες που τον στηρίζουν,  μας απαντούν πως η Τουρκία δεν πρόκειται να δεχθεί μια τέτοια λύση.  Μας λένε στην ουσία ότι, δεν διαπραγματευόμαστε αυτό που είναι δίκαιο, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων μας αλλά αυτά που η Τουρκία μπορεί να δεχθεί.  Διαπραγματευόμαστε δηλαδή, ποιες από τις ακραίες και καταστροφικές απαιτήσεις της Τουρκίας θα δεχθούμε πλήρως και ποιες μερικώς.

Για να καμφθούν οι αντιστάσεις του Κυπριακού Ελληνισμού, δεν διστάζουν να προσφύγουν στην κινδυνολογία και σε εκβιαστικά παραπλανητικά διλλήματα, όπως αυτό που πρόσφατα έθεσε ο Πρόεδρος Χριστόφιας δημόσια: «είτε θα δεχθούμε τη Δικοινοτική – Διζωνική Ομοσπονδία είτε θα έχουμε Διχοτόμηση».  Χωρίς ασφαλώς να μας πει ποια Διζωνική;  Ποια Ομοσπονδία;  Με ποιο περιεχόμενο;  Η λύση θα είναι κάτι μεταξύ των δικών μας υποχωρητικών προτάσεων και των ακραίων απαιτήσεων της Τουρκίας;  Θα είναι λίγο Ομοσπονδία και λίγο Συνομοσπονδία;  Κάτι δηλαδή σαν την Βοσνία – Ερζεγοβίνη που ακόμη τη διοικεί ένας Ευρωπαίος Τοποτηρητής;  Το «Συνεταιριστικό Κράτος» θα είναι κάτι μεταξύ του συστήματος της Δημοκρατίας και του Απαρτχάιντ;

Το είπα ξανά και θα το επαναλάβω:  η διαπραγμάτευση λύσης στη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν ή και των Τουρκικών Προτάσεων καθιστά στα μάτια των Ελληνοκυπρίων τη διχοτόμηση πολύ ελκυστική.  Γι’ αυτό, αντί οι υποστηρικτικές της πολιτικής Χριστόφια να δηλώνουν απογοήτευση και λύπη γιατί ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του Κυπριακού Ελληνισμού εκφράζει προτίμηση στη διχοτόμηση, χρησιμότερο είναι να διερωτηθούν για τους λόγους που κάνουν τη διχοτόμηση ελκυστική.

Και οι λόγοι δεν είναι άλλοι από την συμφωνία που διαπραγματεύονται και που οδηγεί σε μια λύση, η οποία θα είναι ο προθάλαμος της Τουρκοποίησης ολόκληρης της Κύπρου.  Αν το περιεχόμενο της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας είναι ένα κράτος δημοκρατικό, λειτουργικό και βιώσιμο που θα σέβεται και θα εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι Κύπριοι Έλληνες θα το αποδεχθούν και θα το στηρίξουν.  Αν, όμως, καταλύει το Κράτος, παραβιάζει τις αρχές του δικαίου και της Δημοκρατίας και οδηγεί στον εκτουρκισμό της Κύπρου, ο Κυπριακός Ελληνισμός θα το απορρίψει.  Μεταξύ Διχοτόμησης και Τουρκοποίησης ολόκληρης της Κύπρου ο Κυπριακός Ελληνισμός θα προτιμήσει το λιγότερο κακό.

Όμως υπάρχουν και άλλες επιλογές.  Γιατί πρέπει να περιοριστούμε στην επιλογή μεταξύ δύο κακών;  Εμείς επιλέγουμε και προτείνουμε μια άλλη πολιτική η οποία θα επαναφέρει την Τουρκία προ των ευθυνών της και επανατοποθετεί το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής.  Μια διεκδικητική πολιτική που θα στηρίζεται  και θα οδηγεί σε απεγκλωβισμό από την Βρετανική διαχείριση του Κυπριακού και στην ανάπτυξη νέων στρατηγικών συμμαχιών με μεγάλες χώρες που αποδείχθηκαν διαχρονικά φίλοι μας.

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Τραγικά λάθη πολιτικής και η έλλειψη στρατηγικής μας οδήγησαν σε τραγική κατάσταση.  Οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν θα είναι κρίσιμες για το μέλλον της Κύπρου και του Κυπριακού Ελληνισμού.

Όλα δείχνουν πως εντός του 2010 θα ενταθούν οι πιέσεις πάνω στην Ελληνική πλευρά για νέες υποχωρήσεις,  έτσι ώστε να υπάρξει συμφωνία και δημοψήφισμα πριν από το τέλος του 2010.  Η παρέμβαση της Αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον και η παραίνεση της προς τον Πρόεδρο Χριστόφια να διαπραγματευθεί με ευελιξία πάνω στις Τουρκικές προτάσεις, η παραίνεση Νταβούτογλου προς τον Γ.Γ. του ΟΗΕ να παρέμβει δυναμικά στις συνομιλίες όπως έγινε το 2004, δηλαδή ασκώντας επιδιαιτησία, δεν είναι παρά μόνο η αρχή.

Τώρα είναι η ώρα να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας.  Δεν αρκεί να κάνουμε διαπιστώσεις.  Απαιτείται αλλαγή πολιτικής και στρατηγικής ενόσω υπάρχει χρόνος.  Μεγάλες είναι και οι ευθύνες των Κομμάτων της συγκυβέρνησης που ενώ διαφωνούν με τους χειρισμούς του Προέδρου στο Κυπριακό αρκούνται σε ανεπαρκείς δημόσιες αποστασιοποιήσεις.

Οι προκλητικές Τουρκικές προτάσεις μας επιτρέπουν να αποσύρουμε τις δικές μας υποχωρητικές προτάσεις, (που κακώς υπεβάλαμε) και να θέσουμε τον διάλογο σε νέα βάση.  Πρέπει και μπορούμε να θέσουμε την Τουρκία προ των ευθυνών της.  Χωρίς πολιτικό κόστος, Τουρκία και Βρετανία δεν πρόκειται να αλλάξουν πολιτική.  Μόνο όταν πιστέψουν ότι θα αποτύχουν σε στρατηγικούς τους στόχους και θα χάσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα, όπως είναι η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο, θα αλλάξουν πολιτική.  Δεν πρόκειται να το κάνουν για λόγους ηθικής ή πολιτικών τύψεων.

Τώρα είναι η ώρα για αγωνιστική ενότητα.  Ενότητα λαού και ηγεσίας, όχι γύρω από πρόσωπα αλλά, γύρω από μια αγωνιστική, διεκδικητική και εθνικά αξιοπρεπή πολιτική.  Ο Κυπριακός Ελληνισμός δεν κουράστηκε να αγωνίζεται.  Δεν είναι διατεθειμένος να παραδοθεί ούτε και να αποποιηθεί των δικαιωμάτων του.  Οι πολιτικές ηγεσίες πρέπει να αφουγκραστούν τον παλμό του λαού.

Ο Κυπριακός Ελληνισμός έχει συναίσθηση του χρέους του απέναντι στην ιστορία και τον πολιτισμό του, απέναντι στους προγόνους του αλλά και στις γενιές που μέλλεται να έρθουν.  Κι αν χρειαστεί θα ξαναπεί το περήφανο ΟΧΙ σε ένα νέο δημοψήφισμα.  Είμαστε μικρός λαός και δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε.  Μπορούμε, όμως, να πράξουμε αυτό που οφείλουμε.  Και θα το πράξουμε.

Read Full Post »

Older Posts »