Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Νοέμβριος 2009

Ο Πολιτικός Όμιλος για τη Δημοκρατία και την Πατρίδα σας προσκαλεί εγκάρδια στην ανοιχτή συζήτηση με θέμα: Τουρκία – Ευρώπη: ελληνικά διλήμματα και στρατηγική τη Δευτέρα 30/11/09, στις 7 μ.μ., στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, Ακαδημίας 20.

Δεκάλεπτες εισηγήσεις: Χριστόδουλος Γιαλουρίδης, Καθηγητής Παντείου, Γιώργος Δελαστίκ, Δημοσιογράφος, Σταύρος Λυγερός, Δημοσιογράφος, Μάνος Μεγαλοκονόμος, Πρέσβης ε.Τ.,Νεοκλής Σαρρής, Καθηγητής Παντείου. Συνοψίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης, Στέλιος Παπαθεμελής. Συντονίζει ο Καθηγητής Δημήτρης Τρυφιάτης.

Read Full Post »

του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το νέο τεύχος μας, το οποίο θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα

 

Τόσο οι ευρωεκλογές του καλοκαιριού όσο και οι εθνικές εκλογές του φθινοπώρου ανέδειξαν δυο πολύ σημαντικές, χρόνιες και χρονίζουσες,  παθογένειες/ ελλείψεις του πολιτικού μας συστήματος. Η πρώτη είναι η ελλειμματική «Δημοκρατία» και η δεύτερη, που σίγουρα δεν είναι άσχετη με την πρώτη, είναι το τραγικό έλλειμμα πολιτικής παιδείας και αγωγής του ίδιου του εκλογικού σώματος.
Ο βασιλιάς ήταν από καιρό γυμνός αλλά η γύμνια του τώρα είναι ορατή και δια γυμνού οφθαλμού. Δεν πρόκειται για πάνδημη υποψία αλλά για πάνδημη διαπίστωση. Πίσω από τα κατεστημένα κόμματα, που παριστάνουν τα φθαρμένα και διεφθαρμένα ιμάτια του κοινοβουλευτισμού, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα,  διότι δεν υπάρχουν πλέον ιδέες -υπάρχουν κλειστές κάστες, συντεχνίες, γραφειοκρατικοί μηχανισμοί, διορισμένες ολιγαρχίες μετριοτήτων με διεκπεραιωτικές, κυρίως, αρμοδιότητες. Αυτό το ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό εδώ και χρόνια σιτίζεται πλουσιοπάροχα από τον κρατικό κορβανά, μοιράζοντας παχυλές κρατικές επιδοτήσεις στον εαυτό του και εισπράττοντας, κάτω από το τραπέζι, τους επιχειρηματικούς μποναμάδες. Ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ομολόγησε με θρασύτητα ότι λειτούργησε ως βαποράκι επιχειρηματιών. Δεν πρόκειται απλώς για ειλικρινή ομολογία, η οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα άξιζε την επιδοκιμασία μας, αλλά για απροσχημάτιστη αλητεία. «Αυτοί είμαστε και σε όποιον αρέσει η κλεπταποδοχή που διαπράτουμε!», φαίνεται ότι μας λέει ο πολύς Πάγκαλος.
Αυτό όμως που με κυνισμό ομολογήθηκε από τον Πάγκαλο, έχει ομολογηθεί ήδη από τον Τσουκάτο και άλλους θιασώτες της παραπολιτικής επαιτείας. Οι υπόλοιποι προτιμούν να κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους. Όσοι όμως βλέπουμε και πίσω από το δάκτυλο γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι περιπτώσεις που μόλις ανέφερα δεν συνιστούν την εξαίρεση ενός άσπιλου κανόνα, αλλά τον κανόνα μιας ατιμίας, που παριστάνει τον τιμητή του δημοσίου βίου, υπηρετώντας με ιδιοτέλεια ιδιωτικές ανομίες.
Όλοι γνωρίζουμε ότι η η πλειονότητα του πολιτικού κόσμου έχει λίγότερο ευγενή κίνητρα από αυτά που, συνήθως, επικαλείται. Οι περισσότεροι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανδρείκελα κι ενεργούμενα της επιχειρηματικής λωποδυσίας. Συγχωρέστε μου την έκφραση αλλά κυριολεκτώ.
Υπάρχει μια ομάδα συγκεκριμένων κρατικοδίαιτων μεγαλοεργολάβων –ο πρώην πρωθυπουργός σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνιας τους είχε αποκαλέσει «νταβατζήδες»– που επιλέγει κι ελέγχει τον πολιτικό κόσμο. Στην περίπτωση της SIEMENS, που είχαμε παραγραφή με διακομματική συναίνεση, μια πολυεθνική επιχείρηση ομολόγησε ότι λάδωσε το μισό ελληνικό κοινοβούλιο και, πέρα από τους συνήθεις τηλεοπτικούς κουτσαβακισμούς, δεν είχαμε τίποτε περισσότερο. Το καλοκαίρι ξανακάηκε η Αττική και πρώτη μέριμνα της κυβέρνησης, που στο μεταξύ την κοπανούσε από την πίσω πόρτα, ήταν η επέκταση της Αττικής οδού στα καμμένα της κατακαμμένης Ατικής. Τα ποσά είναι μεγάλα. Και είναι πασιφανές και ποιοι τα μοιράζουν και ποιοι τα μοιράζονται. Οι υπόλοιποι απλώς τα πληρώνουμε. Και αυτό δεν «κατόρθωμα» της πολιτικής αλλά της απουσίας της. Διότι δεν είναι πολιτική η εξυπηρέτηση μικρών ή μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων αλλά εκφυλισμός της και υποκατάστασή της από μια κρατικοδίαιτη παραοικονομία.
Ο έλεγχος αυτής της παραοικονομικής εξουσίας είναι πολύ πιο ξεκάθαρος στον χώρο των Μ.Μ.Ε. Υπάρχουν όπως όλοι -εκτός των εισαγγελέων και των εφοριακών- γνωρίζουν εκατοντάδες ζημιογόνες επιχειρήσεις «ενημέρωσης», τα έσοδα των οποίων δεν επαρκούν ούτε για τα λειτουργικά τους έξοδα. Κι όμως συνεχίζουν σκανδαλωδώς να λειτουργούν και να υπηρετούν αυτό που, καταχρηστικά και κατ ευφημισμόν οπωσδήποτε, οι ίδιες αποκαλούν ενημέρωση. Δεν έχει πλέον τόση σημασία να έχεις το  «μέσον». Αρκούν τα Μέσα που, κράτος εν κράτει, εδώ και χρόνια τα έχουν περιλάβει εξωθεσμικά κέντρα κι απόκεντρα -κυρίως οι λεγόμενοι «εθνικοί εργολάβοι» του ελληνικού δημοσίου- και χρησιμοποιούνται απροκάλυπτα ως δούρειος επιχειρηματικός ίππος για σκοπούς αλλότριους προς την ενημέρωση. Αυτή η αργυρώνητη δημοσιογραφία αποσιωπά, κατασκευάζει, χειραγωγεί αλλά δεν ενημερώνει. Το ίδιο κάνουν και οι δημοσκοπικές εταιρίες που στο κατόπι της εξωνημένης δημοσιογραφίας δεν δαγκώνουν το χέρι που τις ταϊζει αλλά υπηρετούν προηλειμμένες από τους εργοδότες τους αποφάσεις. Οι εκλογές τελικώς δεν γίνονται για να αποφασίσει το εκλογικό σώμα αλλά για να επιβεβαιωθεί η ποδηγέτησή του από τα Μέσα και τους δημοσκόπους.
Η Αγορά λοιπόν –και μάλιστα μια Αγορά που λειτουργεί με όρους μαφίας- επιλέγει τους πολιτικούς, ελέγχει τις πολιτικές και κατασκευάζει τις συναινέσεις. Ο μέχρι προχθές Γιωργάκης, έγινε αίφνης ο ισχυρός Γιώργος. Το Συγκρότημα. που μόλις δύο χρόνια πριν τον προέτρεπε να παραιτηθεί, σήμερα τον στηρίζει! Ο καθένας βεβαίως κάνει την δουλειά του όπως μπορεί, μόνο που εν προκειμένω πρόκειται για βρωμοδουλειά. Δεν το λέω επειδή ένα Συγκρότημα άλλαξε αδικαιολόγητα γνώμη, αλλά επειδή βλέπω ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν αλλά οι εργολάβοι, οι προμηθευτές και οι μεσάζοντες μένουν στις θέσεις τους και κανοναρχούν τον δημόσιο βίο μας. Αλλάζουν βεβαίως οι ντίλερς τους αλλά ποτέ η Αγορά.
Και σε αυτήν την Αγορά όποιος δεν συμμορφώνεται με τις προτεραιότητές της, όχι μόνον αποκλείεται από την κρατική χρηματοδότηση αλλά και από αυτή την ίδια την δημόσια διαβούλευση. Όταν δεν φιμώνεται, απλώς διασύρεται ως ο δύστροπος του χωριού, ως ο απροσάρμοστος στις συνθήκες της ιλουστρασιόν υποταγής. Οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες μπορεί να είναι θεωρητικά δημόσιο αγαθό αλλά στην πραγματικότητα τις νέμονται -με την πολύτροπη αρωγή της Πολιτείας-  ημιπαράνομες επιχειρήσεις, χωρίς κανέναν απολύτως κοινωνικό έλεγχο. Αυτές προάγουν την εξηλιθίωση, επιβάλλοντας την γενικευμένη ευτέλεια.
Στην περίπτωση που τολμήσει -γιατί περί τολμήματος πρόκειται- να παρέμβει εκλογικά, η κακοτυχία του είναι προδιαγεγραμμένη. Απαιτούνται χιλιάδες ευρώων μόνο για παράβολα και εκτύπωση ψηφοδελτίων! Σε αυτό το δυσβάστακτο έξοδο θα πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα, τα οποία θα πρέπει να δαπανηθούν για να γνωστοποιηθεί, έστω στοιχειωδώς, η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Το περίφημο «δικαίωμα του εκλέγεσθαι» είναι σχεδόν προσχηματικό, αφού είναι παντελώς ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει πραγματικά ισότιμος πολιτικός κι εκλογικός ανταγωνισμός.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες το αποτέλεσμα της κάλπης είναι μια συγκαλυμμένη νοθεία με κοινοβουλευτικό περιτύλιγμα. Ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος μένει ανεκπροσώπητο κι ανέκφραστο, επιλέγοντας την αποχή, το άκυρο ή το λευκό. Η στάση τους δείχνει ότι αρνούνται να συμμετάσχουν σε ένα στημένο παιχνίδι αλλά, τελικώς,  το νομιμοποιούν με την σιωπή τους. Το υπόλοιπο εκλογικό σώμα, αυτό που προσέρχεται στην διαδικασία, στην συντριπτική του πλειοψηφία, μένει εγκλωβισμένο σε μια συναισθηματικού ή, ακόμη χειρότερα, και μια πελατειακού τύπου εξάρτηση από τους χρεοκοπημένους κομματικούς σχηματισμούς. Όταν δεν πρόκειται για διανοητική ανεπάρκεια, πρόκειται για τυχοδιωκτισμό, που εμπορεύεται κοψοχρονιά την αξιοπρέπεια των πολιτών και υποθηκεύει το μέλλον της πατρίδος.
Κατά την νέρα κυβέρνηση μάλιστα η απάντηση στα αδιέξοδα του τόπου είναι ο δανεισμός! Ποιος μπορεί όμως να υποστηρίξει ότι μια υποθηκευμένη χώρα μπορεί να έχει αξιοπρέπεια; Ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι μια υποθηκευμένη χώρα, δηλαδή μια υποτελής χώρα μπορεί να είναι αυτεξούσια;
Προσοχή όμως! Η πτώχευση της χώρας πριν από οικονομική είναι πολιτική και ηθική. Παραμερίστηκαν –όταν δεν λοιδορήθηκαν– για χρόνια οι αρχές οι αξίες, οι ιδέες, οι ικανότητες. Ακόμη και η κυρίαρχη Αριστερά, που είχε εν πολλοίς μια άλλη πολιτική και ηθική παρακαταθήκη, έγινε συνεργός της μεταπολιτευτικής μετάλλαξης. Με την δική της συνέργεια μάλιστα ένας πρώην πράκτορας έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον τόπο μας και ταυτίστηκε η (παρα)πολιτική με την παλιανθρωπιά.
***
Ο τόπος και οι ζωές μας όμως χρειάζονται να κλείσει άπαξ και δια παντός ο φαύλος κύκλος της μεταπολιτευτικής λωποδυσίας με την δημιουργία ενός νέου πολιτικού τοπίου, που θα αντιπαλέψει τον παλαιοκομματισμό και τους «νταβατζήδες» που τον στηρίζουν. Να δημιουργηθεί ένα νέο πολιτικό τοπίο που θα απελευθερώσει τις νέες και αυτόχθονες δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις. Να απαντηθεί το έλλειμμα εκπροσώπησης και τηλεοπτικής ποδηγέτησης.
Υπάρχει ένα φιμωμένο πολιτικό κεφάλαιο στην χώρα. Αυτό το κεφάλαιο θα πρέπει να αναδειχθεί και να αξιοποιηθεί. Δεν πιστεύω ότι είμαστε όλοι ίδιοι. Αυτός είναι ένας αναντίστοιχος ολοκληρωτισμός, βολικός για την απραξία όλων όσων τον επικαλούνται. Υπάρχουν παροπλισμένοι πολίτες, που πρέπει να έρθουν στο προσκήνιο. Αυτοί θα πρέπει να γίνουν οι συνομιλητές και οι συνοδοιπόροι μας. Αυτών πρέπει να γίνουμε η φωνή. Αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει να συναποφασίσουμε ότι αυτό που θέλουμε να διακονήσουμε έχουμε το σθένος να το υπερασπισθούμε, όχι απλά βαδίζοντας έναν δύσκολο δρόμο, αλλά δημιουργώντας τον.
Χρειαζόμαστε ένα μορφωτικό κίνημα, που θα επαναφέρει την Πολιτική στο προσκήνιο, που για την ώρα μεσουρανεί η παραπολιτική χυδαιότητα.
Όλοι οι υπόλοιποι, κατά δήλωσή τους, «δεν χρωστάνε σε κανέναν». Εμείς χρωστάμε. Χρωστάμε στα παιδιά μας και τα γονικά μας. Κι είναι στο χέρι μας να πληρώσουμε τις οφειλές μας.

Read Full Post »

του Χρήστου Γιανναρά
Ο απροκατάληπτος πολίτης προσπαθεί, με όσα στοιχεία πληροφόρησης διαθέτει, να λύσει το αίνιγμα: Πόσο πραγματικά «αδέσμευτη», «ανεξάρτητη», «αυτόνομη» και «αυτοκυβέρνητη» είναι η πατρίδα του. Πόσο ο ίδιος, με την ψήφο του, επιβάλλει τις πολιτικές επιλογές του ή πόσο τα πολιτικά του δικαιώματα είναι απλώς διακοσμητικά, ψυχολογικού κυρίως χαρακτήρα. Αν οι πολιτικές αποφάσεις των αρχόντων και οι πολιτικές επιλογές των ψηφοφόρων στη χώρα του επηρεάζονται ή κατευθύνονται, έντεχνα, μεθοδικά, δυσδιάκριτα από τον ξένο παράγοντα.

Άραγε δικαιολογείται ορθολογικά (και όχι ψυχολογικά) ένας τέτοιος προβληματισμός; Γιατί είναι «αίνιγμα» η ελευθερία του λαού και η ανεξαρτησία του πολιτικού βίου στην Ελλάδα, ακόμα σήμερα, γιατί δεν είναι οι συμπλεγματικές φοβίες, ο σχεδόν ηδονικός (αυτοδικαιωτικός) ρόλος του θύματος, που παρασύρουν τον Έλληνα συνεχώς στην ενασχόληση με «συνωμοσιολογίες» και φαντασιώσεις «έξωθεν απειλών»;

Κάποιες ψύχραιμες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να είναι οι ακόλουθες:

Η πλειονότητα των σημερινών Ελλήνων (τουλάχιστον όσων ξεπερνούν τα σαράντα χρόνια) έχουν ακόμη ζωντανά στην ακοή τους τα συνθήματα του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού το 1981: «Η Ελλάδα στους Ελληνες!» φώναζε τότε στις λαοσυνάξεις ο Ανδρέας Παπανδρέου, «Όχι πια υποταγή σε ξένα κέντρα αποφάσεων!», «Θέλουμε περήφανη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική»! Μάλλον δεν υπήρχε τότε Έλληνας (ψηφοφόρος ή όχι του αμοραλιστή δημεγέρτη) που να μην αναγνώριζε σε αυτά τα συνθήματα την επιβεβαίωση ιστορικών εμπειριών του. Ούτε τόλμησαν ποτέ οι σημερινοί τάχα προοδευτικοί Διεθνιστές να χλευάσουν τον Ανδρέα για «εθνικιστή», «Ελληνάρα», «μαξιμαλιστή πατριώτη».

Ο απροκατάληπτος πολίτης γνώριζε τότε, γνωρίζει και τώρα τα προφανή: Οτι η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια, μικρή ή μεγάλη, στρατηγική σημασία. Επομένως είναι αυτονόητο (ίσως και φυσιολογικό για τις διεθνείς αναμετρήσεις ισχύος), κράτη που επιδιώκουν ηγετικό ρόλο στον διεθνή στίβο ή ρόλο περιφερειακής υπερίσχυσης να θέλουν να υποτάξουν και την ελληνική πολιτική στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Φυσικό να προσπαθούν να προσεταιριστούν, να εξαγοράσουν, να εκβιάσουν στην Ελλάδα κυβερνήσεις, κόμματα, πολιτικούς, κρατικά στελέχη, εφημερίδες και κανάλια για να προωθήσουν δικές τους βλέψεις και στρατηγικές. Είναι εντελώς ηλίθιο να τους κατακρίνουμε, να βλαστημάμε τον «ξένο παράγοντα» επειδή φροντίζει τα συμφέροντά του, όταν ξέρουμε καλά ότι η αποτελεσματικότητα των φροντίδων του είναι συνάρτηση των δικών μας αντιστάσεων. Που αποδείχνονται κατά κανόνα ανύπαρκτες.

Αν εξαιρέσει κανείς την επιβολή και υποβολή που φαίνεται πως ασκούσε η φυσική παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου στους αλλοεθνείς συνομιλητές του· το «Όχι» του Ιωάννη Μεταξά στους Ιταλούς· την επίδειξη πυγμής από τον πρεσβύτερο Καραμανλή με την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ· και το «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν του Τάσσου Παπαδόπουλου – το υπόλοιπο της νεότερης πολιτικής ιστορίας του Ελλαδισμού μάλλον κυριαρχείται από τις συμπλεγματικές συμπεριφορές σπιθαμιαίων αναστημάτων. Οι σπιθαμιαίοι ή φοβούνται τους «ισχυρούς της γης» και τους θρασείς γειτόνους, που θα μας «συντρίψουν» αν διανοηθούμε να αντιταχθούμε στις στρατηγικές τους, ή εκλιπαρούν σαν λακέδες τους ίδιους αυτούς, για να κερδίσουν την εύνοιά τους και να προωθηθούν με τη βοήθειά τους σε θέσεις επιφανείς του ελλαδικού πολιτικού συστήματος. Κανένας όμως ποτέ πολιτικός δεν τεκμηρίωσε τις φοβίες ή τον λακεδισμό του με ορθολογική πολιτική ανάλυση των «συμφορών» που μας αναμένουν αν ασκήσουμε την ανεξαρτησία μας με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια.

Αυτό πάντως που θα θέλαμε οι πολίτες να μπορούσαμε να εντοπίσουμε σαφέστερα είναι οι μέθοδοι και οι συγκεκριμένες πρακτικές με τις οποίες ο «ξένος παράγων» πετυχαίνει να παρεμβαίνει αποφασιστικά στον πολιτικό μας βίο. Και η επίκαιρη περίπτωση της εκλογής νέου αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης» μοιάζει να προσφέρει αποκαλυπτικές ευκαιρίες για έναν τέτοιο εντοπισμό. Το ενδιαφέρον του «ξένου παράγοντα» για την προώθηση συγκεκριμένης υποψηφιότητας πρέπει να συναρτάται με τόσο καίρια συμφέροντά του στην περιοχή, ώστε η έλλειψη ψυχραιμίας να γυμνώνει την παρέμβασή του και από στοιχειώδη προσχήματα.

Έχει μία κυρίως δυνατότητα ο «ξένος παράγων» να καθορίσει αυτός το εσωκομματικό εκλογικό αποτέλεσμα: Έχει τον εκφοβισμό. Να πείσει τους αποδεδειγμένα ευπτόητους Ελλαδίτες ότι οι απόψεις των υποψήφιων αρχηγών της Ν.Δ. για την εξωτερική πολιτική ενδιαφέρουν άμεσα εταίρους και συμμάχους – επομένως, «μην παίζετε μαζί μας»! Κατατίθεται ωμά ότι οι σημαντικές ξένες πρωτεύουσες θεωρούν «ρεαλίστρια» (με διάθεση συμβιβασμού) την κ. Θεοδώρα Μητσοτάκη και «εθνικιστή» τον κ. Αντώνη Σαμαρά. Και υπογραμμίζεται πως, αν από τους χαρακτηρισμούς αυτούς κάποιος συμπεράνει ότι εταίροι και σύμμαχοι θα προτιμούσαν τη «ρεαλίστρια», δεν θα έχει άδικο. «Ο ρεαλισμός και η αναζήτηση λειτουργικών λύσεων μέσω συμβιβασμών» καθιστούν την υποψηφία «ελκυστική» στον ξένο παράγοντα. Ενώ «ο πατριωτικά φορτισμένος λόγος του υποψηφίου» ενοχλεί εταίρους και συμμάχους.

Ποτέ ώς τώρα δεν λέχθηκαν τα πράγματα καθαρότερα. Οι λέξεις «εθνικιστής», «ρεαλισμός μέσω συμβιβασμών», η απερίφραστη και κυνική, δίχως προσχήματα «προτίμηση εταίρων και συμμάχων» για τη Θεοδώρα Μητσοτάκη, ο εκνευρισμός τους για τον «πατριωτικά φορτισμένο λόγο, ιδιαίτερα στο παρελθόν»(!) του Σαμαρά, φωτίζουν αποκαλυπτικά τον ρόλο που θέλει να διαδραματίζει ο ξένος παράγων στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση. «Εταίροι και σύμμαχοι», υπέρμαχοι στα λόγια της δημοκρατίας και των ελευθεριών, απαιτούν να χειρίζονται την Ελλάδα σαν προτεκτοράτο.

Είναι περισσότερο από φανερό: Θέλουν επειγόντως «λύσεις» στο Κυπριακό, στο Σκοπιανό, στη διανομή του Αιγαίου, στο μειονοτικό της Θράκης. Ίσως πιστεύουν ότι εξασφάλισαν δικό τους τον πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή του στο υπουργείο Εξωτερικών – και τους δυο «με διάθεση λειτουργικών συμβιβασμών». Δεν θα ανεχθούν έναν «εθνικιστή» αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να τους χαλάσει τη μαγιονέζα.

Για πρώτη φορά, το αποχαυνωμένο, είκοσι χρόνια τώρα, άσκεπτο και δίχως κριτικά αντανακλαστικά ποιμνιοστάσιο των οπαδών της Ν.Δ. δέχεται τόσο ισχυρή πρόκληση πολιτικής αφύπνισης. Θα καταλάβουν, τουλάχιστον τώρα, ότι η επιλογή κόμματος διαφέρει από την προτίμηση ποδοσφαιρικής ομάδας και η επιλογή κομματικού αρχηγού έχει συνέπειες για τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους;

Το όνομα του Ελληνα στον διεθνή στίβο θα απηχεί αξιοπρέπεια και υψηλή καλλιέργεια ή θα παραπέμπει σε «προοδευτικό» ραγιαδισμό εξαργυρωμένης με υποτέλεια πλασματικής ευζωίας;

Καθημερινή 22/11/09

Read Full Post »

Ομιλία του Γιώργου Λιλλήκα στο Πολεμικό Μουσείο

σε εκδήλωση της ΣΕΥΑΕΚ για τα 50χρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας

Αθήνα, 9 Νοεμβρίου 2009

Θα ήθελα να ξεκινήσω την παρέμβασή μου, καταθέτοντας συνοπτικά την πολιτική μου θέση για την Κυπριακή Δημοκρατία και τη θέση της σε μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού: Η ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η συνέχιση και η ενδυνάμωση της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και απόλυτα συνυφασμένη με την εθνική και φυσική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού.  Έχω την άποψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει απαραίτητα να είναι ο πυλώνας πάνω στον οποίο θα οικοδομηθεί η όποια λύση.

Δεν σκοπεύω να προβώ σε μια ιστορική αναδρομή των 50 χρόνων από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Άλλοι, επιστημονικά πιο καταρτισμένοι από μένα, το έχουν πράξει με επάρκεια.  Εκείνο που σήμερα προέχει, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι τα διδάγματα που πηγάζουν από αυτήν την ιστορία, το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας και πώς μπορούμε να το διασφαλίσουμε.

Η ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι γεμάτη από συνωμοσίες σε βάρος της που εξυφαίνοντο στην Άγκυρα και σε άλλες πρωτεύουσες αλλά και γεμάτη από αγώνες του Κυπριακού λαού για προάσπισή της.

Η Τουρκία, από τη στιγμή που οι Βρετανοί αποικιοκράτες της αναγνώρισαν δικαιώματα στην Κύπρο, άρχισε να καταστρώνει σχέδια για διχοτόμησή της.  Επιχείρησαν, χρησιμοποιώντας τους Τουρκοκύπριους, ως στρατηγική κοινότητα, να καταλύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία.  Σ’ αυτό στόχευε η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους κρατικούς θεσμούς το 1963.  Η αναγνώριση της διεθνούς νομιμότητας της Κυβέρνησης Μακαρίου από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ανέτρεψε τους Τουρκικούς σχεδιασμούς.

Οι σύμμαχοι της Τουρκίας επιστράτευσαν στη συνέχεια την στρατιωτική Χούντα, που επέβαλαν στην Ελλάδα, και την ΕΟΚΑ Β’, για να πετύχουν την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και να εξυπηρετήσουν τα διχοτομικά σχέδια της Άγκυρας.

Δεν αποδέχομαι τη θέση του Προέδρου Χριστόφια και μερικών άλλων ότι «εμείς οι Έλληνες, στρώσαμε το χαλί στην Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο».

Ότι ήταν Έλληνες αυτοί που έκαναν το πραξικόπημα.  Το πραξικόπημα το έκανε η ξενοκίνητη Χούντα των Συνταγματαρχών και η ΕΟΚΑ Β’ που εξυπηρετούσαν ξένα προς τον Ελληνισμό συμφέροντα.  Έλληνες για μένα είναι αυτοί που έχουν Ελληνική εθνική συνείδηση, συναίσθηση του ιστορικού τους χρέους και υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα.  Και Έλληνας το 1974 ήταν ο Εθνάρχης Μακάριος και όχι οι χουντικοί Συνταγματάρχες που τον ανέτρεψαν.  Το χαλί στην Τουρκία το έστρωσαν οι χώρες εκείνες που και σήμερα τη στηρίζουν και που, δυστυχώς, ο Κύπριος Πρόεδρος δείχνει να εμπιστεύεται και να εναποθέτει σ’ αυτούς τις ελπίδες του για μια δίκαιη λύση.

Η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία αποδείχθηκε το ισχυρότερο όπλο και η αποτελεσματικότερη άμυνα του Κυπριακού Ελληνισμού.  Αποδείχθηκε το βάθρο που τον κράτησε όρθιο προσφέροντας του την δυνατότητα για αντικατοχικό αγώνα στη διεθνή σκηνή.  Τα σχέδια της Τουρκίας για υποδούλωση του Κυπριακού Ελληνισμού απέτυχαν γιατί δεν μπόρεσαν να καταλύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (με αναγνωρισμένη κυριαρχία επί όλου του εδάφους της Κύπρου) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενίσχυσε σημαντικά τη θέση αλλά και το ρόλο της στη διεθνή σκηνή.  Δυστυχώς, δεν έχουν όλοι συνειδητοποιήσει την ιστορική σημασία αυτού του γεγονότος.  Το πώς αυτό επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει θετικά τη λύση του Κυπριακού.  Ούτε και τις δυνατότητες που διαθέτουμε πλέον, ως μέλος της Ένωσης, για να επιβάλουμε στη Τουρκία ψηλό πολιτικό κόστος για τη συνεχιζόμενη κατοχή Κυπριακών εδαφών.

Για 35 χρόνια αγωνιζόμαστε με πολιτικά μέσα που εξαντλούνται στο διακοινοτικό διάλογο, να ανατρέψουμε τα κατοχικά δεδομένα.  Η άρνηση της Τουρκίας στα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή να παρακαθίσει στο τραπέζι του διαλόγου, η έλλειψη της όποιας δυνατότητας για άσκηση πίεσης πάνω στην Τουρκία, η αδύνατη θέση της Ελλάδας που αγωνιζόταν τότε να ανασυντάξει το δημοκρατικό της πολίτευμα, η πεποίθηση ότι έπρεπε να λύσουμε το Κυπριακό το συντομότερο δυνατό, δεν άφηναν πολλές επιλογές τότε στην πολιτική ηγεσία.  Έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στο διάλογο με τους Τουρκοκύπριους ή ένα παρατεταμένο αδιέξοδο, η πολιτική ηγεσία επέλεξε το διακοινοτικό διάλογο.

Κάνοντας, όμως σήμερα, ένα ειλικρινή απολογισμό διαπιστώνουμε ότι η επιλογή αυτή δεν απέδωσε.  Αντίθετα λειτούργησε προς όφελος της κατοχικής δύναμης.   Η Τουρκία από άμεσα εμπλεκόμενο μέρος και μόνη υπεύθυνη για την δημιουργία του προβλήματος, μετατράπηκε σταδιακά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας σε ουδέτερο παρατηρητή.  Μπορεί να μην είχαμε ένα συνεχές αδιέξοδο, είχαμε όμως, ένα διακεκομμένα παρατεταμένο αδιέξοδο.

Η Τουρκία αξιοποιώντας το χρόνο, δημιούργησε νέα δεδομένα στις κατεχόμενες περιοχές, εφαρμόζοντας πολιτική μαζικού εντοπισμού και ξεπουλώντας σε ξένους τη γη των προσφύγων μας.  Σε κάθε νέα διαπραγματευτική προσπάθεια ο Κυπριακός Ελληνισμός οδηγείτο σε νέες διολισθήσεις προς τις Τουρκικές θέσεις.  Από το ενιαίο Κράτος, μεταπηδήσαμε στην Δικοινοτική Διπεριφερειακή Ομοσπονδία που σήμερα έγινε Διζωνική, για να φτάσουμε να συζητούμε μια συγκεκαλυμμένη Συνομοσπονδία.

Την ίδια ώρα η Τουρκία σε κάθε νέα πρωτοβουλία αναβάθμιζε τις απαιτήσεις της, για να πετύχει στο τέλος το Σχέδιο Ανάν που ήταν και το μοναδικό σχέδιο λύσης που έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα.

Το Σχέδιο Ανάν μας έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τις επιδιώξεις και τους στόχους που θέλει να πετύχει η Τουρκία μέσα από την επίλυση του Κυπριακού.  Η Τουρκία δεν αρκείται στην εδραίωση ή και νομιμοποίηση όσων δια της βίας κέρδισε με την στρατιωτική εισβολή του 1974.  Μέσα από τη λύση η Τουρκία επιδιώκει να έχει τον πλήρη πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο της Κύπρου, αλλά και τη δυνατότητα να την εκτουρκίσει με ένα μελλοντικό νόμιμο μαζικό εποικισμό.

Κι αυτοί της οι στόχοι, εξαρτώνται από την επίτευξη ενός ενδιάμεσου στρατηγικού στόχου, που δεν είναι άλλος από την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη δημιουργία ενός νέου «συνεταιριστικού» κράτους.  Όλα αυτά της τα διασφάλιζε το Σχέδιο Ανάν.  Είναι γι’ αυτό το λόγο που η Τουρκία το αποδέχθηκε και ο Κυπριακός Ελληνισμός, παρά τους εκβιασμούς και τις απειλές που δέχθηκε από παντού, το απέρριψε με το περήφανο ΟΧΙ του της 24ης Απριλίου του 2004.

Δυστυχώς, δείχνουμε σήμερα να μην έχουμε διδαχθεί από την τραυματική εμπειρία του Σχεδίου Ανάν.  Να μην έχουμε κατανοήσει τους Τουρκικούς στόχους.  Συνεχίζουμε να κάνουμε πολιτική με φοβικά σύνδρομα ακολουθώντας την αφελή πολιτική του εξευμενισμού της Τουρκίας.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, εκλεγόμενος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κληρονόμησε από τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, μια διεκδικητική στρατηγική η οποία απέφερε καρπούς το 2006.  Με αυτή την αγωνιστική πολιτική πετύχαμε τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου που ενταφίαζε το Σχέδιο Ανάν και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας νέας βάσης και πλαισίου λύσης του Κυπριακού.  Πετύχαμε τον Δεκέμβρη του 2006 τις πρώτες Ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Τουρκίας, για τη μη υλοποίηση των υποχρεώσεων της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και το χρονοδιάγραμμα του Δεκέμβρη του 2009 για επαναξιολόγηση της συμπεριφοράς της.

Βεβιασμένα και χωρίς καμία στρατηγική, ο Πρόεδρος Χριστόφιας, εγκατέλειψε τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου και προχώρησε σε νέες απευθείας διακοινοτικές συνομιλίες, που όπως σήμερα αποδεικνύεται, γίνονται επί των κειμένων του Σχεδίου Ανάν.  Απρόκλητα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση, ο Πρόεδρος Χριστόφιας προέβηκε σε νέες μονομερείς υποχωρήσεις, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε «γενναίες προσφορές» στον κατοχικό ηγέτη, με την αφελή προσδοκία να βρει ανταπόκριση από την Τουρκική πλευρά και να κερδίσει την εκτίμηση της διεθνούς κοινότητας.

Αποτέλεσμα της υποχωρητικότητας μας ήταν, η Τουρκία να υπαναχωρήσει από προηγούμενες δεσμεύσεις της προβάλλοντας ακόμη πιο απαράδεκτες απαιτήσεις.

Και ενώ ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας στο όνομα του «καλού κλίματος» θυσιάζει αρχές που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού, η Τουρκική πλευρά κτίζει στη δική μας υποχωρητικότητα που βαπτίστηκε «ευελιξία», στη δική μας αδυναμία και έλλειψη βούλησης για διεκδίκηση και απαιτεί όχι ένα αξιοπρεπή συμβιβασμό αλλά την εθελούσια υποταγή μας.

Δεν θα αναλύσω, δεν παρέχεται ο χρόνος αλλά ούτε και είναι το αντικείμενο της σημερινής εκδήλωσης, το περιεχόμενο των συνομιλιών Χριστόφια – Ταλάτ.  Θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά στις πτυχές εκείνες που άπτονται της διεθνούς οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τρεις μόνο μήνες μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Χριστόφιας στη δεύτερη του συνάντηση με τον κ. Ταλάτ συναίνεσε στην έκδοση του Κοινού Ανακοινωθέντος της 23ης Μαΐου του 2008, το οποίο καθόριζε τη λύση ως «νέο συνεταιριστικό κράτος» που θα δημιουργηθεί από «δύο συνιστώντα κράτη» και το οποίο θα έχει «κοινή Κυβέρνηση».

Με αυτές τις θέσεις ενταφίασε ο ίδιος την όποια δυνατότητα μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις για εφαρμογή της επινόησης του Λόρδου Χάνει για τη «δημιουργία νέου Κράτους» δια της μεθόδου της «παρθενογένεσης».

Στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, ο κ. Χριστόφιας απάντησε ότι το έκανε ως «δώρο στο φίλο Ταλάτ», για να τον βοηθήσει.  Συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα του ατοπήματος του, ένα μήνα αργότερα, όταν η Βρετανία επιχείρησε να ενσωματώσει το Κοινό Ανακοινωθέν στο Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την ανανέωση της UNFICYP.

Αυτό το ατόπημα εδραιώθηκε αργότερα στις συνομιλίες με πρόνοια, που αποδέχθηκε η πλευρά μας, και που προβλέπει την αναγνώριση νομιμότητας στο Ψευδοκράτος και στις αποφάσεις του πριν από την υπογραφή της συμφωνίας λύσης, γεγονός που σημαίνει ότι η Συμφωνία λύσης θα προέλθει από δύο νόμιμα και ισότιμα Κράτη.

Μια τέτοια λύση θέτει σε άμεσο κίνδυνο τον Κυπριακό Ελληνισμό, αφού αν η Συμφωνία καταρρεύσει ή δεν εφαρμοστεί και το νέο Κράτος που θα διαθέτει πλέον τη διεθνή αναγνώριση παύσει να υπάρχει, τότε ο Κυπριακός Ελληνισμός θα βρεθεί χωρίς διεθνώς αναγνωρισμένο Κράτος, όμηρος της Άγκυρας.

Εξίσου επικίνδυνη είναι και η Πρόταση του Προέδρου Χριστόφια για εκ περιτροπής Προεδρία.  Μια απαράδεκτη πρόνοια που είναι χειρότερη από αυτή που υπήρχε στο Σχέδιο Ανάν, στο οποίο η εκ περιτροπής Προεδρία θα ασκείτο σε ένα Προεδρικό Συμβούλιο χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες και εξουσίες.  Με την πρόταση Χριστόφια, η εκ περιτροπής Προεδρία θα ασκείται στα πλαίσια πραγματικής Κυβέρνησης με ουσιαστική εκτελεστική εξουσία.

Αν δε, συνδέσουμε την εκ περιτροπής Προεδρία με την άλλη πρόταση του Προέδρου Χριστόφια για τον μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδων, που προβλέπει όπως στην περίπτωση αδυναμίας του Υπουργικού Συμβουλίου να αποφασίσει, τότε την απόφαση να λαμβάνει μόνος του ο εκάστοτε Πρόεδρος, εμφανέστατα οι κίνδυνοι μεγαλώνουν.  Για δύο χρόνια κάθε Προεδρικής θητείας, ο εκπρόσωπος του 18% του πληθυσμού θα μπορεί να αποφασίζει μόνος και να επιβάλει τη βούληση του επί του 82% του πληθυσμού.

Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος μαντικές ικανότητες για να διαβλέψει που θα οδηγήσει μια τέτοια ρύθμιση.  Ούτε και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιος θα κληρονομήσει τη διεθνή νομιμότητα, αν προμελετημένα προκληθεί μια σύγκρουση ή θεσμική κρίση σε περίοδο που προεδρεύει Τουρκοκύπριος.

Με βάση την εμπειρία του 1964 εύλογα μπορούμε να εικάσουμε ότι το διεθνώς αναγνωρισμένο Κράτος θα το κληρονομήσουν οι Τουρκοκύπριοι δια μέσου του Τουρκοκύπριου Προέδρου.

Αν είναι για μια τέτοια λύση που αγωνιζόμαστε για 35 χρόνια, τότε επιτρέψετε να πω, είναι κρίμα που καθυστερήσαμε και ταλαιπωρήσαμε τον λαό μας.

Κλείνοντας, πολύ επιγραμματικά, θα ήθελα να τονίσω κάποια πολύ βασικά στοιχεία που πρέπει, κατά την άποψή μου, να χαρακτηρίζουν την λύση του Κυπριακού.

Θα πρέπει στην Συμφωνία λύσης να διασφαλίζεται με το πιο σαφή τρόπο και με ρητή πρόνοια η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από την μετεξέλιξη της.  Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση που θα τη χαρακτηρίζει η «εποικοδομητική ασάφεια», γιατί σε περίπτωση κρίσης αυτός που θα κληθεί να αποφασίσει για τη διεθνή αναγνώριση είναι η διεθνής κοινότητα.  Οι ισχυροί της διεθνούς κοινότητας θα αποφασίσουν ad hoc και ασφαλώς δεν θα θελήσουν να δυσαρεστήσουν την Τουρκία.  Στην όποια Συμφωνία θα πρέπει ακόμα να υπάρχει πρόνοια που να προβλέπει ότι στην περίπτωση κατάρρευσης της ή μη εφαρμογής της θα επανέλθουμε στη προτεραία κατάσταση.  Μόνο ένα τέτοιο αντικίνητρο μπορεί να οδηγήσει την Τουρκία σε μια πιο συνετή στάση.

Όλοι ελπίζουμε και θέλουμε λύση το ταχύτερο δυνατό.  Η λύση όμως πρέπει να ανατρέπει τα κατοχικά δεδομένα και όχι να τα νομιμοποιεί και να τα διευρύνει. Η λύση πρέπει να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, το διεθνές δίκαιο και τις αρχές της Δημοκρατίας και όχι να εδράζεται σε συνταγματικά εκτρώματα που μας επιστρέφουν σε μεσαιωνικές εποχές.

Είναι το λιγότερο υβριστικό και ανήθικο, να κατηγορούνται όσοι διαφωνούν με τους χειρισμούς του Προέδρου Χριστόφια ότι είναι οπαδοί της διχοτόμησης.  Αυτή τους η αντίδραση αποδεικνύει ότι δεν έχουν ακόμη διαβάσει σωστά, δεν έχουν συνειδητοποιήσει τους στόχους της Τουρκίας.

Η Τουρκία δεν ικανοποιείται με τη διχοτόμηση της Κύπρου, γιατί μια τέτοια ρύθμιση ούτε τη Κυπριακή Δημοκρατία καταλύει ούτε και της επιτρέπει να έχει επεμβατικά δικαιώματα επί ολόκληρης της Κύπρου.  Η Τουρκία θέλει το πλήρη έλεγχο του νησιού κι’ αυτό μπορεί να το πετύχει μόνο αν στερήσει τον Κυπριακό Ελληνισμό από την αμυντική του ασπίδα (που αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματική) που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία.  Μόνο μια τέτοια λύση η Τουρκία διαπραγματεύεται και μπορεί να αποδεχθεί σήμερα.  Όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσει ο Πρόεδρος Χριστόφιας, τόσο λιγότερες θα είναι οι περιπέτειες του Κυπριακού Ελληνισμού και περισσότερες οι ελπίδες σωτηρίας του.

Αν ούτε και αυτή τη φορά η Τουρκία συναινέσει για να εξευρεθεί μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση, τότε θα πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά για την πολιτική που ακολουθούμε.

Θα πρέπει να χαράξουμε μια νέα στρατηγική, αξιοποιώντας την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το στόχο της Τουρκίας για ένταξη, για να εξαναγκάσουμε την Τουρκία να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της.  Σήμερα διαθέτουμε μέσα πίεσης που δεν είχαμε πριν την 1η Μάιου του 2004, για να επιβάλουμε αυτή την εξέλιξη.

Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ένα διαφορετικό αγωνιστικό πνεύμα που θα εκφραστεί μέσα από μια διεκδικητική πολιτική η οποία θα δημιουργεί σοβαρό πολιτικό κόστος στην Τουρκία.  Κόστος θα πρέπει, ακόμη, να κληθούν να πληρώσουν και χώρες που διατηρούν στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η οποία φέρει ευθύνη για τη δημιουργία του προβλήματος και που συνεχίζει ακόμηνα στηρίζει τις Τουρκικές επιδιώξεις.

Ασφαλώς, για να εφαρμοστεί μια τέτοια πολιτική, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τον εναγκαλισμό του Λονδίνου και να κτίσουμε ισχυρές στρατηγικές συμμαχίες με τις χώρες εκείνες που μπορούν να μας στηρίξουν, όπως το έπραξαν και στο παρελθόν.

Δοκιμάσαμε την πολιτική του «καλού παιδιού», των μονομερών υποχωρήσεων και του «εξευμενισμού της Τουρκίας».  Είναι καιρός να δοκιμάσουμε και την αγωνιστική πολιτική, αποβάλλοντας τα φοβικά σύνδρομα του παρελθόντος και τις ψευδαισθησιακές αντιλήψεις.

Read Full Post »

Ο φάκελος της χουντικής επταετίας -όπως και πολλοί μεταπολιτευτικοί φάκελοι- έμεινε ερμητικά κλειστός. Γιατί αν άνοιγε θα μαθαίναμε ότι πολλοί από τους όψιμους υπέρμαχους της “Δημοκρατίας” μας εχρημάτισαν και στηλοβάτες του πραξικοπήματος, πριν διαπρέψουν ως άνθρωποι του “προοδευτικού” χώρου.
Βλέπουμε τους εκπροσώπους μιας γενιάς, που φιλοδόξησε να οικοδομήσει μια νέα Ελλάδα, ή πρόωρα κουρασμένους να αναπαύονται σπίτια τους ή, ακόμα χειρότερα, να γίνονται, με το αζημίωτο, απολογητές της μεταπολιτευτικής φούσκας.
Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις των ανθρώπων που δεν εκποίησαν την άδολη νεότητά τους ή που έμειναν για πάντα νέοι, όπως ο Αλέκος Παναγούλης.
Οι εξαιρέσεις βεβαίως μας παρηγορούν αλλά ο κανόνας μας θλίβει.
Μα γιατί τα θυμόμαστε όλα αυτά; Και ποιος ο λόγος να κακοκαρδιζόμαστε;
Μα γιατί την χιλιάκριβη την λευτεριά δεν την πλήρωσαν όλοι το ίδιο.

Read Full Post »

nepotismo
του Χρήστου Γιανναρά

Η πολιτική διαφωνία βουλευτή ή κομματικού στελέχους με τον πρόεδρο του κόμματος, η ρήξη και αποχώρηση από το κόμμα, μπορεί, ενδεχομένως, να είναι επονείδιστη «αποστασία», αλλά μπορεί να είναι και τίτλος τιμής: Πράξη πολιτικής ευθύνης και συνέπειας, γενναίας και θυσιαστικής εντιμότητας.

Κριτήριο αξιολογικής αποτίμησης μιας πολιτικής διαφωνίας και ρήξης είναι, κατά στοιχειώδη λογική, η ανιδιοτέλεια ή όχι των κινήτρων, φανερή στα αποτελέσματα. Μιλάμε για επονείδιστη αποστασία, όταν ο πολιτικός εγκαταλείπει το κόμμα του και την παράταξή του σε ώρα μάχης και προσχωρεί στον αντίπαλο για χάρη συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων: Προσφέρεται λ.χ. να διευκολύνει παραβιάσεις του Συντάγματος («βασιλικά πραξικοπήματα» άλλοτε) ή διπλωματικές «λύσεις» προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής που προωθούνται από «ξένα κέντρα αποφάσεων». Και εισπράττει υπουργικό θώκο, παρ’ αξίαν προώθηση σε ηγετικές θέσεις, σκανδαλώδη προβολή από τα εμπορικά ΜΜΕ.

Οπωσδήποτε και χωρίς εξαίρεση, κάθε πολιτική διαφωνία, ρήξη και αποχώρηση είναι «αποστασία, προδοσία και ντροπή, μόνο σε οργανωμένα σχήματα ολοκληρωτικού χαρακτήρα (κατ’ επίφασιν κόμματα): Στις συντεχνίες συμφερόντων, ιδεολογικά «πολυσυλλεκτικές», δηλαδή πολιτικά ασπόνδυλες, με δίψα μόνο για εξουσία και χρήμα. ΄Η σε «σέχτες» ατόμων πολιτικής θρησκοληψίας, γαντζωμένων σε δόγματα, σε άλογες φανατισμένες εμμονές, με τυφλή στράτευση και πειθαρχία, προκειμένου να απωθηθεί ο φόβος της ενηλικίωσης, φόβος της ελευθερίας.

Τόσο στις συντεχνίες συμφερόντων όσο και στις σέχτες αυτευνουχισμού, η «αποστασία» κάποιου λειτουργεί ως απειλή: είναι ρωγμή ανασφάλειας για τους απομένοντες, θέτει ερωτήματα που δεν αντέχουν να τα απαντήσουν, γεννάει πανικό. Γι’ αυτό έχουν πανομοιότυπη γλώσσα και οργή ένας Κνίτης όταν μιλάει για τους «αποστάτες» του ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Μεϊμαράκης όταν μιλάει για τον κ. Σαμαρά.

Η έκταση της παγίδευσης των πολιτών σε συντεχνίες συμφερόντων ή σέχτες ψυχανωμαλίας (κατ’ επίφασιν κόμματα) μετράει την υπανάπτυξη της ελλαδικής κοινωνίας. Η παγίδευση γίνεται εντυπωσιακά εμφανέστερη στις περιπτώσεις εσωκομματικών κρίσεων και εκλογής αρχηγού. Τότε εκπλήσσει ο αριθμός των πολιτών που δέχονται να θεωρούνται οριστικά δεδομένοι οπαδοί, αμετακίνητα μαντρωμένοι στη λογική του ποιμνιοστάσιου: Κρίνουν οι οπαδοί και αξιολογούν τους υποψήφιους αρχηγούς όχι για τις πολιτικές τους ικανότητες, όχι για τα διανοητικά τους χαρίσματα, την ανθρώπινη ποιότητα, το ηγετικό τους τάλαντο. Ψηφίζουν οποιονδήποτε, υποτάσσονται σε οποιονδήποτε, αρκεί να τον πιστέψουν εγγυητή «ενότητας» της συντεχνίας ή της σέχτας.

Αλλά η εγγύηση της «ενότητας» είναι κάτι μάλλον νεφελώδες και απροσδιόριστο, εύκολη συνάρτηση ψυχολογικών κυρίως παραγόντων και όχι ορθολογικών σταθμίσεων. Γι’ αυτό βλέπουμε, για χάρη της «ενότητας», να προτιμούν οι οπαδοί ως αρχηγό το συμβολοποιημένο στο κόμμα τους όνομα κλώνου οικογένειας διαλάμψαντος το πάλαι ηγέτη (έστω και αν ο γόνος μειονεκτεί δραματικά) και όχι αναστήματα κύρους, χαρισματικής ευφυΐας και δημιουργικής πυγμής που θα μπορούσαν να αρχηγεύσουν. Το φαινόμενο της οικογενειοκρατίας στα κόμματα είναι από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα παρακμιακού παλιμβαρβαρισμού, συλλογικής παλινδρόμησης στην αλογία ενστικτωδών επιλογών, φοβίας μήπως και διαλυθεί η αγέλη.

Αλλά το κλίμα αλογίας και φοβίας προσφέρεται κατεξοχήν προκειμένου να βουκοληθούν οι οπαδοί σε έντεχνα υπαγορευόμενες αποφάσεις. Οι «διαμορφωτές κοινής γνώμης» (Opinion Makers), οι ευφυείς διαφημιστές, τα έμπειρα στελέχη «ειδικών υπηρεσιών» σε πρεσβείες ισχυρών κρατών ξέρουν, πως αν κατορθώσουν να παγιδεύσουν τους οπαδούς ενός κόμματος στην αλογία φοβικών ενορμήσεων, μπορούν να πετύχουν ό,τι θέλουν: Μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, ο αυτονόητα και πασίδηλα καταλληλότερος για αρχηγός, ο συντριπτικά υπέρτερος σε ευφυΐα, κατάρτιση, πολιτική επιδεξιότητα, αρχίζει να ενοχλεί τους οπαδούς σαν οιηματίας, αλαζόνας στη συμπεριφορά, ενοχλητικά βιαστικός να αρχηγεύσει, ύποπτος για εξαρτήσεις από μεγαλεμπόρους της πληροφόρησης.

Ταχύτατα, από στόμα σε στόμα, η επιφύλαξη απλώνεται αδυσώπητη, οι ορθολογικές αντιστάσεις σαρώνονται. Ο οσοδήποτε μειονεκτικός αντίπαλος του ικανού, κραυγαλέα ανεπαρκής, άγλωσσος, κατ’ επανάληψη αποτυχημένος σε ό,τι ανέλαβε, αρχίζει να θεωρείται «καλή λύση». Γιατί; Είναι «εγγυητής της ενότητας», ξορκίζει την ανασφάλεια που γεννάει στην αγέλη ο ευφυής. Και η μεταστροφή της γνώμης των οπαδών υποχρεώνει τα κομματικά στελέχη, το ένα μετά το άλλο, σε δημόσιο αυτευνουχισμό της νοημοσύνης και αξιοπρέπειάς τους. Σπεύδουν να συνταχθούν με τον υποψήφιο που, πριν από εικοσιτετράωρα, όλοι, μα όλοι, θεωρούσαν ανύπαρκτο.

Η ευκολία με την οποία «ανεπαισθήτως» οι κομματικοί οπαδοί παγιδεύονται στην αλογία, είναι μάλλον το κρισιμότερο αυτή την ώρα πρόβλημα για την επιβίωση της όποιας (έστω και προσχηματικής) δημοκρατίας στην Ελλάδα, της ακεραιότητας και ανεξαρτησίας του κρατικού μας σχήματος. Ολα δείχνουν (έχει σχεδόν εξαγγελθεί) ότι μέσα στον φετεινό χειμώνα «πρέπει» να κλείσουν όλα τα προβλήματα με τα οποία η Ελλάδα «δυσκολεύει» το ΝΑΤΟ: το Κυπριακό, το Σκοπιανό, των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, ίσως και των «μειονοτήτων». Με αυτό τον στόχο έχει κιόλας κατορθωθεί μέσα από απανωτές εκπλήξεις, να είναι σήμερα πρωθυπουργός της Ελλάδας ένας ένθερμος υποστηρικτής της Πλεκτάνης Ανάν. Και η πρόσφατη εκλογική του επιτυχία δεν άφησε περιθώρια να αντιδράσουν κομματικά του στελέχη για τον διορισμό προσώπου με την ίδια προκλητική συμπεριφορά στη θέση αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών.

Τώρα μαίνονται οι μεθοδεύσεις να παγιδευτούν στην αλογία ενστικτώδους πανικού και οι αντίπαλοι της κυβέρνησης οπαδοί, ώστε η δίνη της ακρισίας να φέρει στην αρχηγία και της αξιωματικής αντιπολίτευσης επίσης κορυφαίο προπαγανδιστή της Πλεκτάνης. Γραδάρει τις μεθοδεύσεις η σθεναρή υποστήριξη που προσφέρουν στην προκλητική υποψηφιότητα οι πειθαρχικότατα πάντοτε συντονισμένοι στις απόψεις του ΝΑΤΟ «προοδευτικοί» του ευρύτατου εθνομηδενιστικού φάσματος, από τη μαρξιστική Αριστερά ώς τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Και οι παραιτημένοι από τη λογική και την κρίση τους οπαδοί ούτε υποψιάζονται το παιχνίδι που παίζεται.

Δυστυχώς, ο αντίπαλος της Θεοδώρας Μητσοτάκη δεν είναι το ηγετικό ανάστημα που χρειάζεται η χώρα. Τουλάχιστον όμως, στη γλώσσα της μακρυγιαννικής ντομπροσύνης, μοιάζει να θέλει να είναι «απροσκύνητος».

Καθημερινή 15/11/09

Read Full Post »

Οι ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Γιώργου Παπαγιαννόπουλου «2017-Η Ελλάδα υπό ΝεοΟθωμανική κατοχή», την Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009, στις 20.30, στο café του Βιβλιοπωλείου IANOS (Σταδίου24).

Θα μιλήσουν ο εκδότης-συγγραφέας Γιώργος Καραμπελιάς, ο τεχνοκριτικός Μάνος Στεφανίδης και ο εκδότης- συγγραφέας Λουκάς Αξελός.

Είσοδος ελεύθερη

ðáðáãéáííüðïõëïò1.indd

Κυκλοφόρησε από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» το νέο βιβλίο του Γιώργου Παπαγιαννόπουλου: «2017 – Η Ελλάδα υπό Νέο-Οθωμανική κατοχή». Πρόκειται για το τέταρτο βιβλίο του συγγραφέα και, για το πρώτο του μυθιστόρημα.

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα, το έτος 2017 μ.Χ. Μετά  έναν σύντομο Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο, η Ελλάδα έχει ηττηθεί με αποτέλεσμα ένα τμήμα της να έχει περιέλθει εκ νέου υπό Νέο-Οθωμανική κατοχή. Ο υπόλοιπος Ελλαδικός και Κυπριακός χώρος έχει διχοτομηθεί, με το μεγαλύτερο εδαφικά τμήμα να κυριαρχείται από τις δυνάμεις της υποτέλειας και της συνεργασίας με την Τουρκία. Σε αυτό το περιβάλλον της παρακμής και της κατάπτωσης, οι υπάρχουσες υγιείς δυνάμεις αντιστέκονται προς δύο κατευθύνσεις:

–      ενάντια στον εισβολέα

–      ενάντια στην εσωτερική σήψη που εκπορεύεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις.

Ο πρωταγωνιστής , ο Προκόπης, μέσα από την  δική του ωρίμανση , βρίσκει τον βηματισμό του και οδηγείται στην συνάντηση του με την αυτογνωσία και την Αντίσταση…

Στο Β’ κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο: «Μυριοκέφαλο», παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα για την μάχη του Μυριοκέφαλου που έλαβε χώρα το έτος 1176 , το οποίο είναι από την «Ιστορία» του Νικήτα Χωνιάτη Ακομινάτου. Η απόδοση του στην καθομιλουμένη νέα ελληνική που παρατίθεται στο Παράρτημα, γίνεται για πρώτη φορά, με την φροντίδα του Ανδρέα Μοράτου.

Read Full Post »

Older Posts »