Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Αύγουστος 2009

Το νέο τεύχος του περιοδικού ετοιμάζεται και -μεταξύ άλλων- θα περιλαμβάνει ένα ενδιαφέρον κείμενο του καθηγητή Δ. Τριανταφυλλόπουλου με τίτλο «Παρθενώνας,

Ἐκκλησία καί διανοούµενοι», συνέντευξη του δημοσιογράφου και σκιτσογράφου Στάθη (Σταυρόπουλου) στον αρχισυντάκτη μας Κωνσταντίνο Μπλάθρα, μια ανάλυση για το νέο «Ανατολικό Ζήτημα» από τον Μελέτη Μελετόπουλο, μια πρωτότυπη προσέγγιση στην «περίπτωση του Μάικλ Τζάκσον» από τον Δημήτρη Αγγελή, ποιήματα του ζωγράφου Δημήτρη Μυταρά κ. ά. πολλά και ενδιαφέροντα –ελπίζουμε.

Το τεύχος θα φιλοξενεί εκτενές αφιέρωμα στον ποιητή Τ. Κ. Παπατσώνη και προσεγγίσεις στο έργο του από τους Ν. Κεσμέτη, Δ. Ελευθεράκη, Κ. Χατζηαντωνίου, Δ. Αγγελή, Κ. Γάλλο και Η. Αλεξανδρή.

Υπενθυμίζουμε επίσης ότι από αυτό το τεύχος το περιοδικό θα διακινείται και μέσω πρακτορείου τύπου, με την ελπίδα νε ξεπεραστούν τα προσκόμματα της κουραστικής, πολυέξοδης και συχνά προβληματικής διακίνησής μας από τα βιβλιοπωλεία.

Read Full Post »

ΧΙΟΝΙ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

1044756_b

Χιόνιζε στάχτη. Λαμπάδιαζαν οι άνθρωποι στις ρεματιές ή χάνονταν

πρόσφυγες μες στο σκοτάδι. Ανυπεράσπιστοι παραδίδονταν οι γύρω

λόφοι στην κατάσταση του πηλού

που υπόσχεται όλους μια μέρα να μας σκεπάσει.

Θλιμμένος ήμουν μπρος απ’ τα καμμένα. Χωρίς νερό. Αλυχτούσαν

τα σκυλιά και στο βάθος

ένα πυρηνικό μανιτάρι επισκίαζε τις ζωές μας.

Αλλά δεν είχε απομείνει πια κάτι κοινό να μας δένει ̇

μόνο η φωτιά. Τό ʼστρωνε η στάχτη. Παρόμοια τα ίχνη που άφηναν

πάνω της

οι Ηρόστρατοι και οι ήρωες. Οι ύαινες κι οι πλιατσικολόγοι.

Κι ο άνεμος που αλλάζοντας κατεύθυνση διαρκώς

αφάνιζε το βιός μας.

Βράδυ μ’ ελιγμούς προσποίησης στη μοναξιά, βράδυ

στο βράδυ μου. Και κανένας και τίποτα, μόνο στάχτη σαν χιόνι

απαρηγόρητο χιόνι

σαπίζοντας

Αύγουστο.

Δημήτρης Αγγελής

Read Full Post »

του Χρήστου Γιανναρά

Από αγανάκτηση (ομολογημένη) για τη δίχως αντίλογο προπαγάνδα της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας, θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί ένα ερώτημα:

Ας υποθέσουμε μια ταινία διάρκειας ενός λεπτού που θα φιλοδοξούσε να παρουσιάσει το Μουσείο του Λούβρου, την ιστορία του, τη σημασία του για τον πολιτισμό. Και δώδεκα δευτερόλεπτα, το ένα πέμπτο της ταινίας, να είχαν διατεθεί για να προβάλουν τον μανιακό, που πριν από μερικά χρόνια στο Λούβρο «μαχαίρωσε» την Τζιοκόντα. Θα καταριόμασταν σαν «σκοταδιστές» και υπέρμαχους της «λογοκρισίας» όσους διαμαρτύρονταν για την υπερβολή (ή τη σκοπιμότητα) της έμφασης στον βανδαλισμό;

Θα ήμουν ειλικρινά ευγνώμων σε όποιον με βοηθούσε να καταλάβω, γιατί στη σημερινή Ελλάδα θεωρείται «προοδευτικός» και εξασφαλίζει καριέρα όποιος κατασυκοφαντεί την ιστορία του τόπου του και του λαού του. Θέλουμε να παρουσιάσουμε στο διεθνές κοινό τη σχέση του λαού μας με τον Παρθενώνα σε μια μονόλεπτη καταγραφή ιστορίας είκοσι πέντε αιώνων. Και αφιερώνουμε το ένα πέμπτο της παρουσίασης στην πικάντικη εξαίρεση: σε κάποιους κάποτε φανατικούς βάνδαλους του κοινωνικού περιθώριου (που υπάρχουν πάντοτε σε κάθε επί γης κοινωνία). Καταλογίζοντας το σύμπτωμα στη σύνολη μεταφυσική παράδοση του λαού των Ελλήνων.

Για τους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους, οι ρασοφορεμένοι βάνδαλοι, που στη μονόλεπτη ταινία καταστρέφουν με σφυριά τα μεγαλουργήματα της γλυπτικής τέχνης στον Παρθενώνα, δεν είναι περιθωριακοί ψυχοπαθείς, είναι η Εκκλησία, η θεσμική έκφανση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων. Και τον θεσμό θέλουν να τον βλέπουν όπως τους τον μάθανε στα ιδεολογικά ποιμνιοστάσια: Οχι στην καταγωγική ελληνική του διαμόρφωση, αλλά σαν την εκτρωματική του αλλοτρίωση σε εξουσιαστικό μόρφωμα, όπως το κράτος του Βατικανού στη Δύση.

Ασφαλώς και οι «δεσποτάδες» της ελλαδικής παρακμής σήμερα συνεισφέρουν ενεργά σε αυτή την έκτρωματική, εξουσιαστική αντίληψη για την Εκκλησία – δικαιώνουν τη συμπλεγματική εμπάθεια που θέλει πεισματικά να αγνοεί το εκκλησιαστικό γεγονός ως λαϊκό σώμα. Αλλά την έκπληξη που είναι ο πολιτισμός, ως ιστορική σάρκα της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων, τη γέννησε το εκκλησιαστικό σώμα του λαού, όχι οι παρακμιακοί ρασοφόροι του σήμερα ούτε κάποιες εξαιρέσεις ψυχανώμαλων πριν από δεκαέξι αιώνες!

Ο λαός, που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός, συνέχισε με τον Ρωμανό και την Κασσιανή την ποίηση της Σαπφούς και του Πινδάρου (κατέγραψε τη συνέχεια ο C. Trypanis στην ανθολογία του: The Greek Verse, στα Penguin Books). Συνέχισε ο λαός την τραγωδική δραματουργία στην εκκλησιαστική λατρευτική «λειτουργία», την πάλη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής για θέα τού «όντως υπαρκτού» τη μετέθεσε στη ζωγραφική των Εικόνων του Σινά, της Μονής της Χώρας, του Πανσέληνου, στην αρχιτεκτονική της Αγια-Σοφιάς. Η οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου εκφράστηκε δυναμικά στο έργο του Αθανάσιου Αλεξανδρείας, των Καππαδοκών, του Μαξίμου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά. Η ηρακλείτεια ταύτιση του κοινωνείν – αληθεύειν, ο πλατωνικός έρως ως οδός γνώσης, η αριστοτελική λογική μέθοδος και το κριτήριο κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης θεμελιώνουν την εκκλησιαστική απαίτηση συνεπούς εμπειρισμού στην ελληνική Ανατολή. Και οδηγούν σε ρήξη (Σχίσμα) με τη μεταρωμαϊκή Δύση των επήλυδων βαρβαρικών φύλων, παγιδευμένων στον πρωτογονισμό της ανάγκης για αυθεντίες, δόγματα – θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες.

Οταν ξέρει κανείς ότι επί χίλια χρόνια, στο χλευαστικά ονομαζόμενο από τους Δυτικούς «Βυζάντιο», τα παιδιά ξεκινούσαν ανάγνωση και γραφή με αλφαβητάρι τον Ομηρο, τότε τα δώδεκα δευτερόλεπτα εμφατικής προβολής των ψυχανώμαλων του περιθωρίου στη μονόλεπτη ταινία για τον Παρθενώνα είναι τουλάχιστον ανεξήγητη μεροληψία που μοιάζει με κακόβουλη προπαγάνδα. Αλλά και αν το επίπεδο εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας των ελλαδικών επισκόπτων ήταν διαφορετικό, η συμπλεγματική εμπάθεια της μονόλεπτης για τον Παρθενώνα ταινία, θα είχε συναντήσει μόνο χαμόγελα συγκατάβασης. Οχι απαιτήσεις να επιβάλλεται με τον χωροφύλακα ο σεβασμός στην «επικρατούσα θρησκεία»!

Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια είχαμε οι Ελληνες δύο απανωτές ευκαιρίες (που δεν θα ξανάρθουν) να δηλώσουμε, μπροστά στο σύνολο σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη, την πολιτιστική μας ταυτότητα – ενεργό ετερότητα πρότασης πολιτισμού που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα: Είχαμε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την ανέγερση του καινούργιου Μουσείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Και σκέφτομαι: Πώς θα έκριναν την ανταπόκρισή μας στις μοναδκές αυτές ευκαιρίες μαρτυρίας κάποιοι δάσκαλοί μας από ένα χθες όχι πολύ μακρινό; Ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Ζάχος, ο Κεφαλληνός, ο Σεφέρης, ο Τατάκης, ο Θεοτοκάς, ο Γκάτσος, πώς θα αντιδρούσαν στο αρχιτεκτόνημα του Τσουμί, στην ταινία του Κώστα Γαβρά, πώς θα έκριναν την ιδιοφυή εντυπωσιοθηρία, σκηνογραφική και σκηνοθετική, του Δημήτρη Παπαϊωάννου; Θα κατάπιναν βουβά την παραίτηση από κάθε ετερότητα, την εικόνα μιας Ελλάδας με επιδόσεις μόνο μεταπρατισμού, μόνο επαρχιώτικης μειονεξίας;

Δεν έχει νόημα να εμπλέκουμε τίμια ονόματα του χθες σε διχογνωμίες του σήμερα. Αλλά κάποια ονόματα υπογραμμίζουν αποκαλυπτικά το κενό, την ορφάνια μας σήμερα από μπροστάρηδες μαχητικής ευθυκρισίας, εύτολμης ανιδιοτέλειας. Μοιάζει δίχως αντίλογο σήμερα η αναιδέσατη ταύτιση της «προόδου» με τον αφελληνισμό, με την κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, με τον χλευασμό του «ιερού». Ακόμα και όρους υγειονομικής προστασίας για τη μετοχή μας στο Δείπνο της Ευχαριστίας θέλουν να μας επιβάλουν οι «προοδευτικοί» μας δημοσιογράφοι – με την ίδια φασιστική λογική θα αστυνομεύουν σε λίγο και την υγιεινή του έρωτα επιβάλλοντας οπωσδήποτε το προφυλακτικό. Δεν έχει φραγμούς η συμπλεγματική εμπάθεια.

Θα άξιζε, πάντως, να τεθεί η απορία, με αφορμή και την «τσόντα» των δώδεκα δευτερολέπτων: Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος στην ελλαδική δημοσιογραφία σήμερα; Γιατί και εφημερίδες παρήγορης σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, που απευθύνονται, κατά τεκμήριο, σε κοινό με αίσθηση του «ιερού», κατακλύζονται από κείμενα συμπλεγματικής αντιμεταφυσικής μονομανίας;

Ο πάντοτε ανοιχτός αναζητητής, ο τίμιος αγνωστικιστής, έχει σέβας του «ιερού». Ο φανατικός των αντιμεταφυσικών βεβαιοτήτων (όπως και ο θρησκόληπτος) έχει πρόβλημα. Πρόβλημα βασανιστικής ανασφάλειας. Δεν στομώνει κανείς τις γονιμότερες μέσα του αναζητήσεις, απλώς για να εκδικηθεί κάποιους ανυποψίαστους ρασοφόρους του χθες ή του σήμερα. Ομως, γιατί μια κοινωνία να «παιδαγωγείται», μονότροπα με ψυχολογικές ανασφάλειες;

Αναδημοσίευση από την σημερινή Καθημερινή της Κυριακής

Read Full Post »

ο Τύπος και ο τόπος

του ΣΤΑΘΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» και του «City 99,5 FM» είναι μια εξέχουσα της κρίσης που ενδημεί στα ελληνικά ΜΜΕ εδώ και πολλά χρόνια, άλλοτε παρακολουθώντας, άλλοτε αποτυπώνοντας κι άλλοτε υπερβαίνοντας την ευρύτερη κρίση που ταλανίζει την κοινωνία, χειμάζει την οικονομία και κατατρύχει την πολιτική σήμερα, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Στον χώρο του Τύπου η κρίση αυτή εκδηλώνεται κι εξελίσσεται σε τέσσερα κυρίως πλαίσια: α) της ιδιοκτησίας, β) της δημοσιογραφίας, γ) των σχέσεων του Τύπου με τα κόμματα και τους οικονομικούς παράγοντες και δ) με τη διαφήμιση, την κατανομή της (καθώς και τις περιώνυμες προσφορές).

Ταυτοχρόνως ο παραδοσιακός έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος, δηλαδή οι εφημερίδες, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο επηρεάζονται στη σύγχρονη εποχή σφόδρα από το διαδίκτυο, τα blogs και τις νέες τεχνολογίες ανάγνωσης.

1 Οι ιδιοκτησίες. Οι εφημερίδες (με τη λέξη αυτή θα εννοούμε κατ’ οικονομίαν όλα τα media εκτός όταν χρειάζεται αναφορά ειδικώς σε κάποιο ή κάποια απ’ αυτά)-οι εφημερίδες λοιπόν εκδίδονται από αφεντικά, αλλά γράφονται από δημοσιογράφους. Τούτο σημαίνει ότι η δυνατότης των πρώτων να κυριαρχούν πάνω στους δεύτερους αλλά και η ικανότης των δεύτερων να επηρεάζουν (ή και να ανατρέπουν) τις υπαγορεύσεις των πρώτων είναι ένα διαρκές κι ανοιχτό στοίχημα.

Το ποιος το χάνει και ποιος το κερδίζει κάθε φορά σχετίζεται άμεσα με όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στη συνέχεια επηρεάζει εμμέσως (ή ενίοτε κι ευθέως) όσα πρόκειται να συμβούν.

Με έναν λόγο, όσα γράφονται στις εφημερίδες μπορούν να χειραγωγούν ή να χειραφετούν, αναλόγως του τρόπου που αποτυπώνεται στα μέσα η γενικότερη ταξική πάλη που διεξάγεται στην κοινωνία.

Από τη μεταπολίτευση και μετά, αν εξαιρέσουμε τα κομματικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία λογοδοτούν στα κόμματά τους, ο υπόλοιπος Τύπος χωρίζεται σε δύο κυρίως κατηγορίες: την πρώτη η οποία απευθύνεται στους αναγνώστες (είτε από την πλευρά της Δεξιάς είτε από την πλευρά της Αριστεράς) και τη δεύτερη, η οποία πρωτίστως βούλεται να εξυπηρετεί τα οικονομικά (άρα συνακολούθως και πολιτικά) συμφέροντα του αφεντικού.

Η δεύτερη κατηγορία, στην Ελλάδα, είναι η μεγαλύτερη και βαίνει διαρκώς διευρυνόμενη. Ολο και λιγότεροι «παραδοσιακοί» εκδότες είτε εκδότες με ιδεολογία (αριστερή ή δεξιά) απομένουν, ενώ αντιθέτως όλο και πιο πολύ νεόκοποι εμφανίζονται, συνήθως επιχειρηματίες διαφόρων τύπων και κλάδων, οι οποίοι, εκτοπίζοντας τους παλιότερους, βλέπουν στις εφημερίδες ένα καλό όχημα για τη διεκπεραίωση των οικονομικών τους σχεδίων όσον και για τη διαχείριση των προσωπικών τους σχέσεων με τα κόμματα, τα πολιτικά πρόσωπα, τους οικονομικούς τους αντιπάλους και φίλους.

Εννοείται ότι το πολιτικό πλαίσιο που διευκόλυνε αυτήν την εξέλιξη αναπαράγεται ακριβώς μέσα απ’ αυτήν κι εκτείνεται όλο και περισσότερο, συνιστώντας το φαινόμενο που συνοπτικά αποκαλούμε διαπλοκή.

Επίσης εννοείται ότι και στα δύο αυτά είδη του Τύπου (τόσον στον ανεξάρτητον από συμφέροντα όσον και στον εξαρτημένον) εργάζονται όλων των ειδών οι δημοσιογράφοι -αλλά αυτό θα το εξετάσουμε παρακάτω.

Μένοντας για την ώρα στο πρώτο πλαίσιο, αυτό της ιδιοκτησίας, διαπιστώνουμε ότι αν για παράδειγμα το αφεντικό είναι εργολήπτης δημοσίων έργων, όπως ο κ. Μπόμπολας, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο (όχι όμως και ακατόρθωτο) για μια εφημερίδα όπως το «Εθνος» ή ένα κανάλι όπως το «Mega» να κάνουν κριτική σε θέματα «ενδιαφέροντος» του κ. Σουφλιά (όστις και μοιράζει τα δημόσια έργα).

Εκτός όμως από τους ιδιοκτήτες που είναι βασικοί μέτοχοι σε ένα κάρο επιχειρήσεις, υπάρχουν κι εκείνοι που ζηλώνουν να ‘ναι χρυσοί μέτοχοι στις τύχες της χώρας υιοθετώντας κόμματα (κατ’ αρχήν) αλλά κυρίως ορισμένους πολιτικούς αυτών των κομμάτων, όπως κάνει συστηματικώς ο κ. Αλαφούζος (και υιοί) περιφέροντας εν είδει πουλέν στην πολιτική αγορά όποιον προαιρείται κάθε φορά (εκ των πλείστων όσων του προσπίπτουν), άλλοτε φέρ’ ειπείν τον κ. Μάνο, άλλοτε τον κ. Χατζηδάκη, και πάντα τον κ. Χρυσοχοΐδη.

Τέλος, υπάρχουν και εκδότες υπεράνω πάσης ισονομίας, όπως ο κ. Κυριακού, ο οποίος παρ’ ότι έχει φάει τέσσερα χρόνια (τελεσιδίκως) φυλακή για πολεοδομικές παραβάσεις, όχι μόνον δεν εξέτισε δευτερόλεπτο, αλλά προσέτι εκπροσωπεί και τη χώρα μας διεθνώς στα Ολυμπιακά πράγματα!

Ομως εκτός από τους εκδότες της ελεύθερης αγοράς, τα ίδια κάνει και το διαδικομματικό κράτος με τα media που ελέγχει, είτε κρατικά είτε δημοτικά. Η Νετοέρτ φέρ’ ειπείν ή ο Αθήνα 98,4 FM, εκτός από τους συναδέλφους που εργάζονται εκεί, έχουν στοιβαγμένους στις αποθήκες ένα κάρο αργόμισθους, δυο κάρα ρουσφέτια και πελάτες (κυρίως των δύο κομμάτων αλλά και κάποιων εκ της Αριστεράς για να ‘ναι ο μπαχτσές πλουραλιστικός, άοσμος και πλήρης)…

2 Οι Δημοσιογράφοι. Οι περισσότεροι τα ανεχόμαστε όλα αυτά. Εχουμε γίνει ελαστικοί και οπωσδήποτε ευρύχωροι. Ούτε με το ψωμάκι μας παίζουμε, ούτε με το παντεσπάνι των άλλων. Οι καλύτεροι εξ ημών αποστρέφουμε απλώς το πρόσωπο ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες, άλλοι όμως συμμετέχουν, επωφελούνται, δίνουν το κακό παράδειγμα στους νεότερους να γίνουν κι εκείνοι παράσιτα, παπαγαλάκια και κηφήνες. Τσάτσοι των αφεντικών, τσιράκια των πολιτικών, ραβδούχοι των Εταιρειών και των Δυνατών.

Ο κλάδος μας πάσχει. Κοσμείται από κομιστές, βρίθει από πληρωμένους μέσω μυστικών κονδυλίων, από αργόμισθους, από ενταγμένους επί μισθώ σε Γραφεία Τύπου, από μισθοδοτούμενους εξ ασχέτων πηγών (Τράπεζες, δημόσιοι οργανισμοί, επιχειρήσεις, μυστικές υπηρεσίες, ξένες δυνάμεις), από βδέλλες που απομυζούν δύο και τρεις και τέσσερις κρατικές θέσεις ταυτοχρόνως. Ολοι αυτοί, εννοείται, γράφουν τον λαό εκεί που δεν πιάνει το μελάνι απ’ τα υπόλοιπα γραπτά τους. Εννοείται επίσης ότι θεωρούν τους τίμιους συναδέλφους τους κορόιδα και γραφικούς.

Οσο για την ΕΣΗΕΑ, ανίκανη καθώς είναι (όπως απεδείχθη είτε με δεξιά διοίκηση είτε με αριστερή) να εκκαθαρίσει τα μητρώα της, δεν μπορεί παρά να περιορίζεται σε ευχολόγια, παντελώς ανίσχυρη αλλά και τελείως αδιάφορη ως προς την υποστήριξη οποιουδήποτε συναδέλφου θα ήθελε να κάνει τη δουλειά του, όπως προβλέπουν οι θεσμοί και προκρίνει η συνείδησή του. Με συνδικαλιστές να μας εκπροσωπούν, ομιλούντες οι περισσότεροι μια γλώσσα που καταλαβαίνουν πλέον μόνον οι ίδιοι μεταξύ τους.

Κι έτσι, όποιος από μας βάζει το «κεφάλι του στον ντορβά» το κάνει με το σπαθί του, κατά μόνας και με μόνη ηθική συμπαράσταση αυτήν των φίλων του, της οικογένειάς του και όποιων αναγνωστών ασχολούνται ακόμα με τον έρωτα του καλού. Πολύ ωραίο, ολίγον κινδυνώδες, πολύ αριστοκρατικό αλλά καθόλου δημοκρατικό με την έννοια των συλλογικοτήτων που θα έπρεπε σε τέτοια θέματα να δίνουν τον τόνο και το πρόταγμα στις προσωπικές μας συμπεριφορές. Αντιθέτως η δημοκρατικότητα στον κλάδο μας εξαντλείται σε έναν άγονο, έντονα συντεχνιακό και πάντως ανεπαρκή συνδικαλισμό (όπως κι σε έναν κομματισμό), που λειτουργεί περισσότερον ως παρέα αλληλοϋποστήριξης κολλητών, δημοσίων σχέσεων, εξασφάλισης δουλικής εργασίας και λιγότερο ως συνασπισμός ομοϊδεατών. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να θεωρείται θαύμα το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα πολλοί δημοσιογράφοι (πολύ περισσότεροι απ’ όσους δείχνει η εικόνα μας) που παλεύουν να κάνουν τη δουλειά τους σωστά.

3 και 4 Διαπλοκή και διαφήμιση. Υπό το κράτος της ελεύθερης αγοράς, υπό το καθεστώς ενός διεφθαρμένου κράτους και υπό την παθολογία των (αποψιλωμένων από ιδεολογία και πολιτικούς περιωπής) κομμάτων, οι σχέσεις, οι συνδέσεις και οι διασυνδέσεις του Τύπου με τις εταιρείες, τα γκόλντεν μπόις, τους πολιτικούς ανδρείκελα και πάσαν καλώς οργανωμένη κάστα ή λόμπι συνιστούν το αξεδιάλυτο κουβάρι της διαπλοκής, όπου προτεραιότητα για τον Τύπο είναι η κατανομή της διαφήμισης (και της κρατικής, και αυτής που ελέγχουν τα media shop) αναγορεύοντας έτσι αυτούς τους παράγοντες σε δυνάμεις ισχυρότερες απ’ τον ίδιον. Το ίδιο ισχυρότεροι παράγοντες απ’ τον Τύπο αναδεικνύονται κι όλοι εκείνοι από τους οποίους μπορεί να προσπορίζεται μαύρα κι αφανή χρήματα. Ετσι ο Τύπος αντί να ελέγχει, ελέγχεται. Φυσικόν επακόλουθο, εκείνοι που τον ελέγχουν, να ελέγχουν μέσω του Τύπου και τον λαό κατορθώνοντας ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που υποτίθεται ότι πρώτα απ’ όλα ο Τύπος θα έπρεπε να κάνει: να γράφεται χάριν των αναγνωστών του, υπέρ του λαού δηλαδή, χάριν της αλήθειας και των συμφερόντων της δημοκρατίας.

5 Βελτιώσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση μπορούν να επιτευχθούν, είτε με την αναβάθμιση της δημοσιογραφικής δουλειάς κατά την ποιότητα του γραπτού και την έρευνα, είτε με την αξιοποίηση του internet, είτε με τη βελτίωση των προσφορών προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας του πολίτη κι όχι του πελάτη, πλην όμως όλα αυτά (και όσα πλείστα άλλα) δεν θα βγάλουν τον Τύπο από την κακοδαιμονία του, ούτε απ’ τη συμμετοχή του στην κακοδαιμονία του τόπου.

Η αλλαγή όλων αυτών προς το καλύτερο επαφίεται στο φιλότιμο (δηλαδή την ανάγκη και το κόψιμο) του πολίτη να τα επιβάλει, πράγμα προς το οποίον ο τρέχων Τύπος (πλην Λακεδαιμονίων) ουδέ το δακτυλάκι του πρόκειται να κουνήσει, κι ας πεθαίνει και ο ίδιος μέσα στην αδράνεια που του έχουν επιβάλει όλοι εκείνοι τους οποίους αποδέχθηκε ως αφεντικά.

Η άνοδος των κυκλοφοριών ως επιβράβευση των πολιτών προς τον (χρήσιμον) Τύπο δεν επιτυγχάνεται από τον Τύπο που (υπνώττει ο ίδιος και) υπνωτίζει ακριβώς αυτούς τους πολίτες. Αποξένωση.

Αυτή είναι η αντίφασή μας. Κι ώς τώρα ουδεμία αντίθεση σε αυτήν την αντίφαση έχει εμφανισθεί τόσον ισχυρή, ώστε να αφυπνίσει τον πολίτη και να τον ξαναβάλει στο παιχνίδι, για να ξαναβάλει με τη σειρά του κι ο πολίτης τον Τύπο στο μεϊντάνι.

πηγή: Ελευθεροτυπία 6/7/09

Read Full Post »

 

του Φώτη Κόντογλου

Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. Μέσα στο καθένα απ’ αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι ‘ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα. Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό.Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’ αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη.Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’ ουρανού κ’ εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2).Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’ είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’ από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σεόσα της είπεν ο Κύριος (3). Κ’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του».Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’ αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’ ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό.Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά τηνΚοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πτώτον.Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της. Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Άγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.

Ελληνική Δημιουργία, τ.61, 1959

Read Full Post »

Φίλες και φίλοι,

μετά από σχεδόν πέντε χρόνια παρουσίας μας στον περιοδικό τύπο αποφασίσαμε:

  1. να μειώσουμε την τιμή πώλησης του περιοδικού
  2. να αλλάξουμε την περιοδικότητά μας και
  3. να αυξήσουμε το τιράζ μας, ώστε το περιοδικό, πέρα από την διανομή του στα βιβλιοπωλεία, να διανέμεται και μέσω πρακτορείου τύπου σε χιλιάδες ακόμη σημεία.

Όλα τα προηγούμενα τεύχη μας θα διατεθούν από το πρακτορείο τύπου σε δυάδες και προνομιακή τιμή σε όλη την Ελλάδα, θέλοντας να μας γνωρίσουν νέοι αναγνώστες, που αναζητούν κάτι περισσότερο από  την ευτέλεια της κατεστημένης δημοσιογραφίας.

Τέλος Σεπτεμβρίου επίσης θα κυκλοφορήσει το νέο τεύχος μας, το οποίο θα διατίθεται για έναν περίπου μήνα από τα περίπτερα της Αττικής και τον επόμενο θα διατίθεται στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Το τόλμημα της εξόδου μας στα περίπτερα, όπως καταλαβαίνετε, απαιτεί  αυξημένες φροντίδες, τις οποίες είμαστε έτοιμοι να καταβάλλουμε, όχι μόνο γιατί αγαπάμε αυτό που κάνουμε, αλλά κυρίως, γιατί μας ενθαρρύνει η δική σας ανταπόκριση.

Και χαιρόμαστε που σας έχουμε δίπλα μας.

Καλή Παναγιά σε όλους!

Read Full Post »

mixanes

Κυριακή 09 Αυγούστου 2009

Συμπληρώνονται φέτος 13 χρόνια από την θυσία του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού στη μαρτυρική γη της Αμμοχώστου.
Η Πρωτοβουλία Μνήμης Ισαάκ- Σολωμού που συστάθηκε πρόσφατα και απαρτίζεται από ανθρώπους που ανήκουν στον χώρο της μοτοσικλέτας, σκοπεύει να προσδώσει μαζικότητα στην φετινή πορεία των μοτοσικλετιστών για την προβολή της θυσίας των δύο ηρώων.
Στην προσπάθεια μας αυτή, θεωρούμε πολύτιμη τη συμμετοχή του κάθε μοτοσικλετιστή, τη συνεισφορά των οργανωμένων συνόλων αλλά και του απλού Έλληνα Κύπριου.
Πιστεύουμε πως η διατήρηση της συλλογικής μνήμης αποτελεί σημαντικό όπλο στον κρίσιμο αγώνα που διεξάγει σήμερα ο κυπριακός ελληνισμός για την εθνική του επιβίωση στις πατρογονικές εστίες.

Αύγουστος 1996 – Αύγουστος 2009

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ -ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Read Full Post »

Older Posts »