Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2009

b9f51ccf-3d75-4531-adb9-557f9db95be91του Θεόδωρου Ε. Παντούλα, διευθυντή του περιοδικού manifesto

Πολύ μελάνι ξοδεύθηκε τον τελευταίο καιρό με αφορμή το αιφνίδιο κλείσιμο της εφημερίδος «Ελεύθερος Τύπος» και του ραδιοφωνικού σταθμού «City». Εκατοντάδες άνεργοι δημοσιογράφοι και κοπετοί για την κρίση του Tύπου, η οποία αποτελεί κρίση της Δημοκρατίας και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κι επειδή έχασε η Βενετιά βελόνι, εκκλήσεις στο κράτος για να συνδράμει τους αναξιοπαθούντες δημοσιογράφους και να συντηρήσει άλλη μια προβληματική επιχείριση χάριν του … δημοσίου συμφέροντος.
Ας τα πάρουμε τα πράγματα με σειρά (θυμίζοντας ότι όχι μόνο δεν στηρίζαμε το, ολυμπιακών διαστάσεων, έγκλημα που έγινε με το πρόσχημα του 2004, αλλά σταθήκαμε με παρρησία απέναντι σε αυτό, στην εθνική ρεμούλα που το κάλυψε και στην οψίπλουτη κυρία που το ενορχήστρωσε).
Ένας ιδιοκτήτης – εκδότης ΜΜΕ δεν είναι φιλανθρωπικό σωματείο, είναι ένας επιχειρηματίας, που όταν ζημιώνεται από μια δραστηριότητα έχει κάθε δικαίωμα να την διακόψει, χωρίς βεβαίως να ζητήσει την άδειά μας. Η καταφυγή στα τροφαντά μαστάρια του κράτους με θαλασσοδάνεια, επιδοτήσεις, διαφημίσεις και γενικώς συναλλαγές κάτω από το τραπέζι είναι μια συνήθης πρακτική των ΜΜΕ που γίνεται ερήμην της κοινωνίας, η οποία καταβάλλει όμως το τίμημα τέτοιων πρακτικών, χωρίς βεβαίως να συναινεί σε αυτό.
Οι άνεργοι δημοσιογράφοι είναι άλλη μια επαγγελματική κατηγορία που έχει ανέργους. Γιατί θα πρέπει η Πολιτεία να λάβει μέριμνα για την επαγγελματική αποκατάσταση τους κι όχι, λόγου χάριν, για αυτή των οδοκαθαριστών; Αμφότεροι λειτούργημα δεν επιτελούν κατά την συνήθη μεγαλοστομία;
Από την άλλη δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ίδιοι. Ούτε έχουν όλοι τις ίδιες απολαβές. Κάποιοι πριν βγουν στην ανεργία εργάσθηκαν με ετήσιες αποδοχές που αρκούν για να ζήσουν και τα εγγόνια τους. Μεγαλοστέλεχος μάλιστα της επιχείρησης, που έκλεισε, γράφτηκε ότι εργαζόταν με μηνιαίαιες αποδοχές 55.000 ευρώων. Κάντε το λογαριασμό: 55.000 Χ 3 χρόνια Χ 14 μισθούς= 2.310.000 (χωρίς να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος). Είναι ξετσιπωσιά αυτός ο «εργαζόμενος» να αιτείται την συμπάθεια μιας κοινωνίας που τα φέρνει βόλτα με 700 ευρά τον μήνα. Είναι επίσης ξετσιπωσιά να ζητείται κοινωνική αλληλεγγύη για εργαζόμενους που ψωμίζονται σε 2-3 δουλειές ακόμα! Κοντά σε αυτούς είναι βαβαίως και οι δημοσιογράφοι με μπλοκάκι και χαμηλά έσοδα,οι οποίοι όπως όλοι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι έχουν την συμπάθειά μας και την συνδρομή όσων έχουν τέτοια ευχέρεια, παρότι δεν θυμάμαι και πολλούς, πριν τις όψιγενείς πιρουέτες τους, να καταγγέλουν την γενναιόδωρη αδιαφάνεια που τους περιέθαλψε.
Τέλος είναι οι πομφόλυγες για τον τύπο και την δημοκρατία. Όσοι δεν θέλουμε να εθελοτυφλούμε γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα κατεστημένα ΜΜΕ ενημέρωσης δεν βρίσκονται στην υπηρεσία ούτε της ενημέρωσης ούτε της Δημοκρατίας. Βρίσκονται στην υπηρεσία συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Οι ιδιοκτήτες τους κάνουν δουλειές χρησιμοποιώντας τα Μέσα ως πολιορκητικό κριό. Τα Μέσα συντηρούνται από την κρατική διαφήμιση, τις κρατικές επιδοτήσεις και τις έκνομες συναλλαγές με τις διάφορες εξουσίες. Πάντως όχι από τις πωλήσεις τους. Έτσι έχουμε το παράδοξο να υπάρχουν εφημερίδες οι οποίες κρέμονται στα περίπτερα όλης της χώρας αλλά πωλούν λίγες εκατοντάδες φύλλα τα οποία φυσικά δεν αρκούν όχι για μισθοδοσία, όχι για ενοίκειο, όχι για εκτυπωτικά έξοδα αλλά ούτε καν για το κόστος του χαρτιού! Αυτά είναι και γνωστά και εξόφθαλμα. Οι μόνοι που τα αγνοούν είναι οι υπηρεσίες οικονομικών ελέγχων που βρίσκουν φυσιολογική την ύπαρξη χρονίως ζημιογόνων εκδοτικών επιχειρήσεων.
Οι αναγνώστες τα υποπτεύονται ή τα γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά με αποτέλεσμα ο Τύπος κι εν γένει η δημοσιογραφία να έχουν απαξιωθεί στην συνείδησή τους. Οι πωλήσεις εφημερίδων λ.χ. έχουν μια πτώση της τάξεως του 90% σε σχέση με μια εικοσαετία πριν! Η πτώση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εάν οι κυριακάτικες κυρίως εκδόσεις δεν λεηλατούσαν με τις αθέμιτες προσφορές τους άλλους επαγγελματικούς κλάδους κι αν το καταναλωτικό κοινό δεν λειτουργούσε ως κλεπταποδόχος αυτών των προσφορών.
Την πανθομολογούμενη από τους αναγνώστες ανυποληψία των Μέσων έρχονται να επιβεβαιώσουν τα ίδια τα Μέσα. Χάριν παραδείγμαστος και πάλι: με αφορμή τα εγκαίνια του νέου μουσείου της Ακροπόλεως των Αθηνών διαβάσαμε σε τρεις από τις μεγαλύτερες κι εγκυρότερες -υποτίθεται- κυριακάτικες εφημερίδες ρεπορτάζ για την συνάντηση του Τούρκου πρωθυπουργού με τον Έλληνα ομόλογό του. Η συνάντηση, ως γνωστόν, αναβλήθηκε στο παρά πέντε, οι εφημερίδες όμως είχαν έτοιμο ρεπορτάζ για την συνάντηση που ποτέ δεν έγινε! Ρεπορτάζ που αφορούσε σημαντικότατα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Οι μίσθαρνοι συντάκτες τους μάλιστα, πέραν της ανύπαρκτης είδησης, προχωρούσαν και σε αξιολόγηση της συνάντησης! Οι συντάκτες αυτών των ειδήσεων πιθανότατα είναι μέλη της, κατά τα λοιπά, λαλίστατης ΕΣΗΕΑ, που δεν βρήκε, απ’ ότι ξέρω, δυο λόγια καταδίκης για το όνειδος της προκάτ (sic) δημοσιογραφίας. Δεν μιλώ για το συγκεκρινένο ρεπορτάζ αλλά για την προκατασκευασμένη είδηση, την αργυρώνητη ενημέρωση, την εξωνημένη επιφυλλιδογραφία. Όλοι όσοι έχουμε περάσει από εφημερίδες γνωρίζουμε ότι διόλου σπάνια δεν είναι η κατασκευή ειδήσεων ή και η αποσιώπησή τους. Δεν έγινε ωστόσο ούτε μια διαγραφή, έστω μια παραίτηση για να σωθούν τα προσχήματα, για να επιδειχθεί τουλάχιστον ένας κάλπικος σεβασμός στον αναγνώστη των κάλπικων ειδήσεων. Μόνο αδιάντροπες και φαιδρές δικαιολογίες για την «συναδελφική» λωποδυσία των αγράμματων κονδυλοφόρων, των νοικιασμένων κοσμικών, των εξαγορασμένων συνειδήσεων, που παριστάνουν τους κήνσορες της ελευθεροτυπίας και της δημοκρατίας.
Η δικαιολογία επίσης, ότι το διαδίκτυο προσφέρει δωρεάν ενημέρωση με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πωλήσεις των παραδοσιακών Μέσων δεν ευσταθεί διότι ο τύπος πέρασε αλώβητος από άλλους τεχνολογικούς νεωτερισμούς (ραδιόφωνο, τηλεόραση), των οποίων η χρήση μάλιστα δεν προϋπέθετε καμμιά δεξιότητα όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Γεγονός είναι ότι το διαδίκτυο προσφέρει δωρεάν δυνατότητες δημοσιογραφίας αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την κρίση του τύπου. Οι περισσότεροι ιστότοποι άλλωστε διαχειρίζονται από έναν – δυο ανθρώπους, που, ακόμη κι όταν είναι επαγγελματίες, εκ των πραγμάτων δεν έχουν την δυνατότητα να καλύψουν το ευρύ φάσμα της επικαιρότητας. Οι περισσότεροι μάλιστα εξ αυτών αποτελούν χώρους ανεξέλεγκτης εκτόνωσης των επίδοξων και συχνά ανώνυμων συντακτών τους κι όχι χώρους υπεύθυνης και σοβαρής ενημέρωσης.
Εν κατακλείδι η κρίση του τύπου οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην υποχώρηση της πραγματικής δημοσιογραφίας και θα ξεπεραστεί μόνον όταν αυτή επιστρέψει. Κι επειδή ο χώρος είναι γεμάτος τσιράκια που παριστάνουν τους κολαούζους να θυμίσουμε –επειδή εσχάτως και αυτό έχει ξεχαστεί- ότι δουλειά της δημοσιογραφίας είναι ο έλεγχος της εξουσίας κι όχι ο συναγελασμός της με αυτήν.
Αυτή η δημοσιογραφία δεν μπορεί να είναι άτιμη, δηλαδή δωρεάν, γιατί εάν είναι δωρεάν θα είναι υποκείμενη στις ορέξεις των διαφημιστών και εξαρτώμενη από τους διαφημιζόμενους. Θα έχει αντίτιμο το οποίο θα το καταβάλουν οι αναγνώστες της. Οι αναγνώστες που αναζητούν ανεξάρτητη και έγκυρη ενημέρωση. Σε αυτούς απευθυνόμαστε και σε αυτούς λογοδοτούμε. Σε κανέναν άλλον.
Υ.Γ. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και στον χώρο της τηλεόρασης όπου ιδιώτες χρησιμοποιούν χωρίς άδεια δημόσιες συχνότητες χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο στις παράνομες επιχειρήσεις τους.

Read Full Post »

ÍÅÏ ÌÏÕÓÅÉÏ ÁÊÑÏÐÏËÇÓ ÊÏÐÇ ÐÑÙÔÏ×ÑÏÍÉÁÔÉÊÇÓ ÐÉÔÁÓ ËÉÁÐÇÓ Ìτου Θεόδωρου Ε. Παντούλα

Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια -φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ΄χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ΄ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι΄ αυτά πολεμήσαμε, μαρτυρά ο μαρτυρήσας Μακρυγιάννης, τον οποίο παραθέτω γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε τον στρατηγό ούτε τους λόγους που πολέμησε υποληπτόμεθα. Ως απελεύθεροι απόγονοι του στρατηγού μάλιστα κοπτόμεθα για τα τάλαρα και όχι για τα αγάλματα.

Πλειοδοτώ; Καθόλου. Ας θυμηθούμε ότι τα ανά την επικράτεια επαρχιακά σχολεία πραγματοποιούν ετήσιες εκπαιδευτικές εκδρομές στην κάποτε Αθήνα, κατά τις οποίες αφιερώνουν μια επίσκεψη express στην Ακρόπολη και το υπόλοιπο της ημέρας τα σχολιαρόπαιδα αφιονίζονται στο γνωστό, κολοσσιαίων διαστάσεων, αυθαίρετο πολυκατάστημα. Το βράδυ η ψυχαγωγία τους θα συνεχιστεί σε κάποιο σκυλάδικο της υδροκέφαλης πρωτεύουσας, όπου θα τσιφτετελιστούν μέχρι πρωίας.

Προτεραιότητα της Εκπαίδευσης -αυτά τα προγράμματα εγκρίνονται από τις κατά τόπους διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης- είναι η λιμασμένη καταναλωτική χαύνωση και η τουρκομπαρόκ εκγύμναση. Όχι πάντως ο παιδεμός της παιδαγωγίας.

Με έκπληξη λοιπόν, δικαιολογημένη πιστεύω, παρακολούθησα τα πολυτελή εγκαίνια του αγνώστου προϋπολογισμού μουσείου της Ακροπόλεως, που, μετά από 35 σχεδόν έτη (!!!) και 130+ εκατομμύρια ευρά κατά τα επισήμως θρυλούμενα, κατόρθωσε το Ελληνικό Δημόσιο να περατώσει. Δεν ήταν όμως γιορτή τα εγκαίνια. Πάμφωτο show ήταν. Και αυτοί που έτυχε να είναι οικοδεσπότες περισσότερο σε αμήχανους λαθρεπιβάτες έφερναν.

Εκτός από τις κραυγαλέες, για τα βαλκανικά μας ημίμετρα, παρουσίες, είχαμε και κραυγαλέες απουσίες. Απόντες –πέραν των ξένων ηγετών που δεν ελάμπρυναν το party– πρώην υπουργοί και υφυπουργοί Πολιτισμού, Γ.Γ. του υπουργείου, και το όποιο πνευματικό δυναμικό διαθέτει η χώρα. Παρόντα, μεταξύ άλλων, διάφορα οψίπλουτα αθύρματα του εγχώριου life style, τα οποία εκδέχονται τον πολιτισμό ως κοσμικό event. Εξεπλάγην, επίσης, από τη γενικευμένη αμετροεπή οικειοποίηση της ελληνικής αρχαιότητας, από τον απαίδευτο κομπασμό, από την αδέξια αρχαιοκαπηλία, από την επαρχιώτικη λαχτάρα να καταπλήξουν τους τηλεθεατές ενώ άκουσα κορυφαίους πολιτειακούς εκπροσώπους να απαιτούν την επιστροφή των Μαρμάρων από το μουσείο της βρεττανικής αποικιοκρατίας.

Να πάρει όμως η ελληνική πολιτεία τα κλοπιμαία γλυπτά, να τα κάνει τι; Όλοι όσοι ζούμε σε αυτόν τον τόπο γνωρίζουμε ότι αυτός υπουργείται από τους νεροκουβαλητές της διαφθοράς και της διαπλοκής, από τους κλεπταποδόχους του κοινωνικού πλούτου, από τους θιασώτες της αναξιοκρατίας, του ενδοτισμού και της αντικοινωνικής ιδιοτέλειας. Κάθε Έλληνας γνωρίζει ότι η Ελληνική Πολιτεία είναι εξόφθαλμα ανίκανη να διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια την ίδια του την καθημερινότητα. Όσο για τα πιο σύνθετα ζητήματα, όπως αυτό του παρελθόντος και της προβολής του στο παρόν, έχουμε δώσει εξετάσεις και οι επιδόσεις μας -σε ένα σύστημα, όπου δεν υπάρχουν μετεξετασταίοι- είναι αποκαρδιωτικές. Κάντε ταμείο: τον συλλογικό αυτοσεβασμό μας, την ιστορική αυτοσυνειδησία μας και την πολιτιστική ιδιοπροσωπία μας τα περιγράφουν με οχληρή ενάργεια ο χρόνιος βιασμός του αττικού τοπίου, ο εμπρησμός της υπαίθρου και το εθιμικό τσιμέντωμα των πυρπολημένων περιοχών, η κατ’ εξακολούθηση ασέλγεια δηλαδή στην μνήμη, στο φυσικό και ιστορικό τοπίο, που μας περιβάλλει.

Μια χώρα που όχι απλώς θα μπορούσε, αλλά όφειλε να σεβαστεί το χώρο της, είναι οριστικά εκβαρβαρισμένη αισθητικά, διάτρητη από 2.500.000 αυθαίρετα κτίσματα. Είναι λεηλατημένη από ένα διακομματικό παρακράτος, που νομιμοποιεί την αυθαιρεσία, και μια εκμαυλισμένη κοινωνία, που τραυλίζει με ανεπίγνωστη ξιπασιά σπασμένες λέξεις, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την ιταμή εγωπάθειά της. Μια χώρα παραιτημένη από τον αψυμιθίωτο εαυτό της, παραδομένη αμαχητί σε μια υπανάπτυκτη γενιά, που, όταν δεν χλευάζει τα οικεία, τα περιφρονεί. Μια χώρα αφημένη σε έναν εσμό μεταπρατών που, όταν δεν αυτοευνουχίζεται με την προηγούμενη συμπλεγματική συμπεριφορά, κάνει σημαία ευκαιρίας την αναίσχυντη οίηση και καυχάται για όλα αυτά που η ίδια απαξίωσε μετατρέποντάς τα σε ευκαιριακή παραμυθία για την απαραμύθητη ευτέλειά της. Μια χυδαία κοινωνία και μια κατ’ επίφασιν πατρίδα, που έδωσαν αντιπαροχή την απροσκύνητη αρχοντιά του τόπου και του τρόπου μας, για να αξιωθούν τη φενάκη μιας πρόσοψης, που κρύβει την τριτοκοσμική της προπέτεια.

Μπορεί ένα μουσείο –για το οποίο μάλιστα δεν ομονοεί η επιστημονική κοινότητα- να αμβλύνει την παντελή απουσία ταυτότητας και οράματος; Μπορεί να διασκεδάσει την επονείδιστη ειλωτεία, την οποία εκλαμβάνουμε για κατόρθωμα;

Αυτή λοιπόν η χώρα, με αυτές τις επιδόσεις, δεν δικαιούται να επαίρεται για την κληρονομιά, που ευτέλισε εκποιώντας την. Δικαιούται, βεβαίως, με όλη την αρχοντοχωριατιά της, να θαυμάζει το Μουσείο περισσότερο από το όμορο μνημείο. Η ελληνική «πόλις» όμως, που έστησε Παρθενώνες, είναι κατόρθωμα πολιτισμού, το οποίο συγκροτήθηκε από κοινό νόημα του βίου και όχι από ανόητη βιοτή ιδιωτών. Αυτή η χώρα δωσιλόγων βαρύνεται  με εγκλήματα, που δεν παραγράφονται όσα μουσεία και αν υψωθούν στη χωματερή Αθηνών και Μυκόνων.

Οψέποτε και αν επιστραφούν τα Μάρμαρα εκεί όπου ανήκουν, αυτή θα είναι μια ακόμη Πύρρειος νίκη μας –όπως οι πολυδάπανοι Ολυμπιακοί Αγώνες, που υποθήκευσαν επ’ αορίστω την υποτέλειά μας. Διότι τα μάρμαρα δεν είναι η ψυχή μας –όπως αυτάρεσκα διαδηλώνουμε. Μια νέα τουριστική ατραξιόν είναι, που θα φέρει σε ορισμένους και άλλα τάλαρα. Τίποτε άλλο.

Καλές είναι οι μεγάλες ιδέες. Αρκεί να μην μπερδεύουμε το μπόϊ μας με την σκιά μας.

Υ.Γ. Η φωτογραφία ΔΕΝ είναι από τα εγκαίνια.

Read Full Post »

cops

H «προσωρινή κράτηση» του Θοδωρή Ηλιόπουλου μόνο προσωρινή δεν είναι. Συμπληρώθηκαν ήδη έξι μήνες εγκλεισμού του στις φυλακές Κορυδαλλού μετά τη σκανδαλώδη σύλληψή του κατά τη διάρκεια του Πανεκπαιδευτικού συλ­λαλητηρίου της 18ης Δε­κεμβρίου του παρελθόντος έτους. Γράφω «σκανδαλώδηε σύλληψη» όχι μόνο γιατί ο συλληφθείς αρνείται τις κατηγορίες αλλά επειδή αυτόπτες μάρτυρες, διαδηλωτές και δημοσιογράφοι, βεβαιώνουν ότι ουδεμία σχέση έχει με τραμπουκισμούε ο Θ. Ηλιόπουλος. Το μόνο «αδίκημα» που διέπραξε ο συλληφθείς είναι ότι είναι ένας νέος άνθρωπος με υψηλό αίσθημα κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης. Αί­σθημα που δεν θα του ε­πέτρεπε, ασφαλώς, να φερθεί ως νεοβάνδαλος. H αίτηση για άρση της «προσωρινής» (!!!) κράτησής του απορρίφθηκε με τη σύμφωνη γνώμη τηε 24ης ανακρίτριας Αναστασίας Λόλα και του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λεωνίδα Νικολόπουλου. Έκτοτε ο Θ. Ηλιόπουλος παραμένει φυλακισμένος μαζί με ποινικούς στο διασημότερο «σω­φρονιστικό» κατάστημα της χώρας.

Έξι μήνες από τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, τον οποίο στιγματίζει η δικαστική και αστυνομική ολιγωρία και ανεπάρκεια είναι ζωή κλεμμένη και συνιστά αδίκημα, για το ο ποίο θα έπρεπε, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, να λογοδοτήσουν οι αδικοπραγήσαντες τηε εξουσίας.

Έξι μήνες ο πολίτης Θ. Ηλιόπουλος παραμένει «ξεχασμένος» στον Κο­ρυδαλλό, επειδή δεν είχε την αρωγή του κομματικού παρακράτους. Έξι μήνες ο Θ. Ηλιό πουλος είναι μακριά από την οικογένειά του, που τον χρειάζεται.

Έξι μήνες ο Θ. Ηλιόπουλος ζητά την αλληλεγγύη μας.

Έξι μήνες η κοινωνία των πολιτών σιωπά.

Ντροπή.

Θ.Ε.Π.

Read Full Post »

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ

image010

του Δημήτρη Αγγελή

Αν οι εκλογές είναι η ύψιστη στιγμή της δημοκρατίας, οι ευρωεκλογές θα πρέπει να θεωρούνται το Βατερλώ της. Και δεν μιλώ μόνο για την υψηλή αποχή που σημειώθηκε στις πρόσφατες εκλογές, ως αποτέλεσμα μιας δύσοσμης πολιτικής κατάστασης και της αργίας του Αγίου Πνεύματος, ούτε για τις ευρύτερες συζητήσεις που έμειναν απογοητευτικά καθηλωμένες σε θέματα εσωτερικής κατανάλωσης, χωρίς να ανοιχτούν σε ιδέες, στο ερώτημα ποια είναι η Ευρώπη και τι είδους κοινό μέλλον οραματιζόμαστε, δηλαδή στην αληθινή πολιτική. Δεν αναφέρομαι ούτε στην περιοδικότητα της ψηφοφορίας (κάθε πέντε χρόνια) ούτε στο ότι ψηφίζουμε προεπιλεγμένα, από τους κομματικούς μηχανισμούς, άγνωστά μας πρόσωπα (με λίστα). Μιλάω για την ουσία του θεσμού: είναι το Ευρωκοινοβούλιο ένας αληθινά δημοκρατικός θεσμός; Το ερώτημα έχει μεγάλη σημασία αν αναλογιστούμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό των νόμων που ψηφίζονται απ’ την Ελληνική Βουλή απλώς επικυρώνει προειλημμένες αποφάσεις της Ε.Ε.

Η δημοκρατία, πέρα από την εγγύτητα και τα μικρά μεγέθη, προϋποθέτει έναν δημόσιο χώρο ανοιχτό στην ενεργό και διαρκή συμμετοχή –και όχι απλώς στην «παρέμβαση»– των πολιτών, ο οποίος, θεωρητικά τουλάχιστον, κατοχυρώνεται σε συγκεκριμένες πολιτικές αρετές: ισηγορία και παρρησία στη διατύπωση γνώμης, ισονομία και ίση πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα, διάλογος, δικαιοσύνη, κοινωνική αλληλεγγύη. Δημοκρατία που ασκείται εξ αποστάσεως, δημοκρατία δηλαδή που ο συντάκτης ή ο εγγυητής του νόμου είναι μια εξωκοινωνική πηγή (οι νεφελώδεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά, Βρυξέλλες), η οποία δεν είναι άμεσα προσιτή για να ρωτήσεις πώς τίθεται ο νόμος, πώς υπηρετεί το κοινό συμφέρον ή γιατί θεσπίζεται αυτός ο νόμος και όχι κάποιος άλλος· μια δημοκρατία όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα αμφισβήτησης των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης· μια δημοκρατία που κρύβεται πίσω από μια ακατάληπτη, κακομεταφρασμένη τεχνική ορολογία και μια αδιαπέραστη καφκική γραφειοκρατία, δεν εξυπηρετεί τελικά το συλλογικό συμφέρον αλλά τους διαμεσολαβούντες φορείς, δηλαδή όλο εκείνο το σύστημα των «ειδικών» που υποτίθεται ότι την υπηρετούν. Και είναι ενδεικτικό ότι αυτό που στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία νοούνταν ως γνώρισμα των αυταρχικών-ολιγαρχικών καθεστώτων, δηλαδή η αντιπαλότητα κράτους-πολίτη, θεωρείται σήμερα φυσιολογικό γεγονός. Γιατί αν η κυριότερη λειτουργία των θεσμών είναι η διαπαιδαγώγηση του πολίτη έτσι ώστε οι αρχές της ελεύθερης, υπεύθυνης και νόμιμης συνύπαρξης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης να εφαρμόζονται συνειδητά στην καθημερινή σχέση του με τους άλλους, οι μεθοδεύσεις που ακολούθησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε περιπτώσεις όπως, για παράδειγμα, η ψήφιση του ευρωσυντάγματος (διάθεση τεράστιων κονδυλίων για την προπαγάνδιση ενός περίπλοκου και πολυσέλιδου κειμένου, πίεση για υπερψήφισή του από τα εθνικά κοινοβούλια και όχι μέσω δημοψηφισμάτων, κλπ), τι ακριβώς του μαθαίνουν; Μα να ενδιαφέρεται μόνο για την ατομική του ευδαιμονία και να εξαπατά, αντίστοιχα, το «κακό» Δημόσιο, όποτε έχει την ευκαιρία.

Εύκολα θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι ζούμε πλέον μέσα σε μεγάλα κοινωνικά μεγέθη κι ότι καμία μορφή άμεσης δημοκρατίας δεν είναι λειτουργική για την διοίκηση. Η ιστορία όμως μας διδάσκει, και θα πρέπει να σκεφτούμε τις αναλογίες, ότι ακριβώς η δημιουργία της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής κοσμοπόλεως με τις αχανείς πολυεθνικές εκτάσεις είχε ανάγκη υπηκόων στη θέση των πολιτών. Κι είναι τελικά αντιφατικό από τη μια μεριά να επιδιώκουμε την αποκέντρωση των υπηρεσιών και την ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης κι από την άλλη να υπαγόμαστε εκούσια σε μια δαιδαλώδη υπερεξουσία, στην οποία δεχόμαστε να μας αντιπροσωπεύει μια ολιγάριθμη ομάδα ανθρώπων με άγνωστες σε εμάς απόψεις. Και να υπενθυμίσω ότι η δια ψηφοφορίας εκλογή στην αρχαία δημοκρατία  δεν σήμαινε ποτέ εκλογή αντιπροσώπων του κοινωνικού σώματος –δηλαδή εν λευκώ εκχώρηση των πολιτικών δικαιωμάτων με την εξουσιοδότηση σε τρίτους να αποφασίζουν για το σύνολο και αδρανοποίηση του πολιτεύματος για κάποιο αριθμό ετών– αλλά εκλογή των καλύτερων και των ικανότερων, «των κατ’ αρετήν αρίστων», για ένα συγκεκριμένο μόνο έργο.

Με τέτοια ή ανάλογη προβληματική και με την υποψία ότι τα κόμματα που επίμονα πίεζαν για ευρύτερη συμμετοχή κι οι πληρωμένες από την Ε.Ε. σχετικές διαφημίσεις αναζητούσαν κάποιο άλλοθι, είναι ευνόητο, τελικά, που οι λαοί της Ευρώπης φάνηκαν τόσο διστακτικοί απέναντι στις ευρωεκλογές.

Το κείμενο του κ. Αγγελή θα φιλοξενηθεί στο προσεχές τεύχος του περιοδικού Ευθύνη.

Εκτενέστερες αποτιμήσεις των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών θα φιλοξενηθούν στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού μας.

Read Full Post »

ecolog

Λάβαμε από φίλο και αναδημοσιεύουμε  από το πολύ καλό http://eksapodo.wordpress.com/2009/05/27/447/#more-914 ένα κείμενο – παρέμβαση του Θανάση Τζιούμπα στην περί “Πρασίνων” συζήτηση:

Δε βόσκει κανείς ατιμώρητος στα λιβάδια της άρχουσας τάξης, δεν σπουδάζει ατιμώρητος στα πανεπιστήμιά της, δεν χρησιμοποιεί ατιμώρητος τις επιστήμες της. Σχεδόν ανεπαίσθητα, καταπίνει το δηλητήριό της, παραλύει…

Καρίν Στρούκ, Ταξική Αγάπη

“Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ”

Διανύουμε την πιο στείρα από άποψη πολιτικού προβληματισμού εκλογική περίοδο από την μεταπολίτευση και μετά. Τα υπερεθνικά διευθυντήρια σκηνοθετούν μια παράσταση επίφασης δημοκρατικότητας που έχει τόση σχέση με τα πραγματικά πολιτικά, κοινωνικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα όσο σχέση είχε η Eurovision με την τέχνη της στιχουργικής. Η απαξίωση των αντιπροσωπευτικών θεσμών μέσα από την αναγωγή του θεάματος της αντιπαράθεσης (σκάνδαλα, προεκλογικά σπότς, απρέπειες και λάσπες) σε ουσία. Οι προβολείς δεν ανάβουν για να φωτίσουν αλλά για να κατασκευάσουν τις σκιές μέσα στις οποίες αποκρύπτονται με επιμέλεια η ένδεια οραμάτων και πολιτικών, η αμηχανία των ελίτ, τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμικού υποδείγματος, η πληκτική ομοιότητα της συστράτευσης κάτω από φθαρμένες σημαίες επαγγελίας για αέναη ευημερία. Κι αν όλα αυτά ισχύουν σε επίπεδο Ε.Ε. η ελληνική ιδιοπροσωπία δίνει ένα παροξυσμικό τόνο, τα παπαγαλάκια έχουν γεμίσει το στερέωμα.
Εξέχουσα θέση στο χολυγουντιανής έμπνευσης σκηνικό καταλαμβάνει και η “νέα” εκλογική απόπειρα των “οικολόγων πράσινων”. Πρόκειται για ένα αμοιβαία επωφελές συναπάντημα της “συστημικής” οικολογίας με τους συστηματικούς διαχειριστές της οικολογικής ευαισθησίας.

Το πρόταγμα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού προχωράει εδώ και καιρό σε ένα πράσινο λίφτινγκ. Το εμπόρευμα ανακαλύπτει νέες αγορές, ο κύριος Σόρος μεταβάλλεται σε κήρυκα αυτών των επενδυτικών ευκαιριών, ο κύριος Γκόρ αφού κατέβηκε από το Στέλθ που έσπερνε το απεμπλουτισμένο ουράνιο στην Σερβία, άρχισε να μοιράζει flyers για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η διακυβέρνηση Ομπάμα είναι μια μόνο έκφραση αυτής νέας επικοινωνιακής εποχής, είναι μια διαπίστωση ότι πράσινο είναι και το χρώμα του δολαρίου. Οι ημεδαποί αντιπρόσωποι δεν μπορούσαν να υστερήσουν. Οι πράσινες εκπομπές αυξάνονται με προεξάρχον το συγκρότημα του κυρίου Alexis.
Μια ματιά στο τοπίο των ευρωεκλογών μπορεί να είναι διαφωτιστική: αν αθροίσει κάποιος τα δημοσκοπικά ποσοστά των κομμάτων που φέρουν την οικολογία στον τίτλο με αυτά των κομμάτων που προγραμματικά επικαλούνται το οικολογικό ζήτημα ή την “πράσινη ανάπτυξη”, θα διαπιστώσει ότι ήδη ζούμε σε μια οικολογική χώρα, καθώς η πλειοψηφία του κόσμου της πολιτικής εκπροσώπησης πίνει νερό (όχι βέβαια από τον Ασωπό) στο όνομα της οικολογίας.
Το πώς ταυτόχρονα το περιβάλλον στην χώρα μας βρίσκεται στην κατάσταση που βλέπουμε όλοι, ή το πώς με τέτοια δημοφιλία της οικολογίας οι κινητοποιήσεις των πολιτών για τα αντίστοιχα θέματα είναι τόσο αναιμικές, αποτελεί ένα “μυστήριο” προς ερμηνεία. Αυτή η “οικολογία” χαρακτηρίζεται από τις καθόλου οικολογικές αρχές της καθήλωσης μπροστά σε μια οθόνη που περιγράφει τον τρόμο του αύριο παραλείποντας αυτά που είναι να γίνουν σήμερα, εκτός βέβαια από την εμπορευματική οικολογία, την πράσινη κατανάλωση. Η μεγάλη εικόνα των πάγων που λιώνουν κατακερματίζεται σε ψηφίδες: ένα πάζλ ατομικών συμπεριφορών αγοράς λαμπτήρων οικονομίας ή βιολογικών τροφίμων. Η υπαρκτή ατομική ευθύνη του πολίτη υπερτονίζεται, όχι για θέσει σε αμφισβήτηση το φετίχ του ευδαιμονισμού που τον διακρίνει αλλά για να επισκιάσει την μείζονα ευθύνη αυτών που εγκαθίδρυσαν και προάγουν το φετίχ αυτό. Αυτό είναι το πεδίο της νέας “συμμαχίας των προθύμων”.

Ας δούμε και τους πρόθυμους της συμμαχίας: Στα ευρωπαϊκά σαλόνια που λανσάρουν το trendy κάποιες δεκαετίες πριν την Ψωροκώσταινα υπήρξαν αθρόες συμμετοχές, όχι μόνο από τον χώρο των “νέων φιλοσόφων” αλλά και από το πάλαι ποτέ ανατρεπτικό οικολογικό κίνημα. Οι “ρεάλος” συνειδητοποίησαν ότι το έσχατο στάδιο του ρεαλισμού είναι η μέθεξη στην εξουσία ως παραπλήρωμα, της σοσιαλδημοκρατίας αρχικά και στην συνέχεια των πραγματικών επικυρίαρχων, των αδιαφανών λόμπυ, επιτροπών συμβούλων, think tanks, λεσχών, MKO και άλλα πολλά καινοτόμα. Το τζάκετ του ακτιβιστή αντικαταστάθηκε από την συλλογή γραβατών του κυρίου Φίσερ με αντάλλαγμα την συστράτευση σε μια σειρά θέματα, ατλαντικού κατά κανόνα ενδιαφέροντος όπως η “ανθρωπιστική επιχείρηση” στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τα κροκοδείλια δάκρυα πάνω από τα ερείπια των δίδυμων πύργων και την “οργή” της αμερικάνικης αντίδρασης, τον εξοστρακισμό της Ρωσίας, την αποενοχοποίηση του Σιωνισμού για την Τζενίν ή την Γάζα, την αποδήμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της διεύρυνσης της. Στην ημεδαπή οι πρόθυμοι βρέθηκαν ανάμεσα σε εκείνους που αφού πέρασαν την παιδική ασθένεια του ριζοσπαστισμού, αφού θήτευσαν με ευδόκιμο τρόπο στα τενάγη των “μη κερδοσκοπικών” ΜΚΟ, αφού βρέθηκαν στους προθαλάμους της εξουσίας μέσα από μια σειρά “σύμφωνα ελεύθερης συμβίωσης” με τον ΣΥΝ (που ακολουθήθηκαν από ισάριθμα συναινετικά ή κατ’ αντιδικία διαζύγια), αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα που μια ζωή περίμεναν. Βοήθησε σ’ αυτό και η έξωθεν βοήθεια, βοήθεια όχι μόνο επικοινωνιακή και οικονομική αλλά πάνω απ’ όλα οργανωτική (ας μην ξεχνάμε ότι η οργάνωση του νεοελληνικού κράτους αποτέλεσε ευγενική χορηγία των Βαυαρών).

Για το timing υπήρξαν οξυδερκείς: Το πολιτικο-δημοσιογραφικό συγκρότημα εξουσίας χρειαζόταν επειγόντως ένα “σχέδιο Β΄” καθώς η επιλογή του Συνασπισμού κατέστη επισφαλής, τόσο από την αλαζονεία του να θεωρεί ότι αποτελεί αυτόφωτο σώμα στο πολιτικό στερέωμα και να δαγκώνει το χέρι που τον τάισε, όσο και από την στάση του τον Δεκέμβρη, που εξόργισε όχι μόνο την κοινωνική του βάση αλλά και τον κύριο Πρετεντέρη. Εξ άλλου οι διάδοχοι της δυναστείας των Βαυαρών θεωρούσαν πάντα ότι μπορούν να κάνουν και τον κηπουρό τους πρωθυπουργό αν ήθελαν.

Οι “οικολόγοι πράσινοι” αποδείχτηκαν οξυδερκείς και σε μια σειρά άλλα ζητήματα: Κατ’ αρχήν, από πολύ νωρίς ξεκαθάρισαν ότι είναι ανοιχτοί σε οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία, βάζοντας την πινακίδα “δίδεται για αντιπαροχή” σε ένα οικόπεδο που δεν κατείχαν καν. Σε ένα σκηνικό όπου οι κυβερνητικές αυτοδυναμίες παίζονται στο νήμα μετέβαλλαν εαυτόν σε ποθητές νύφες αυξάνοντας γεωμετρικά την αναφορά στο σχήμα τους.

Το δεύτερο ήταν η συστηματική και σκόπιμα αποσιώπηση των πολιτικών τους θέσεων με το αδιάσειστο επιχείρημα ότι αυτά που θέτουν στην κρίση των ψηφοφόρων είναι οι γενικολογίες που περιλαμβάνει το “πρόγραμμα” τους, κι αυτό για όσους κάνουν τον κόπο να το αναζητήσουν στο διαδίκτυο. Το επιχείρημα βέβαια θα πάψει να ισχύει αν η απόπειρα ευοδωθεί και κληθούν να πάρουν θέση στην ευρωβουλή για τα πολιτικά ζητήματα τα οποία τώρα κάνουν πως αντιπαρέρχονται, των ζητημάτων εθνικού ενδιαφέροντος συμπεριλαμβανόμενων. Τότε βέβαια το πρόταγμα θα είναι η προσωπική τους άποψη και όχι κάποια δέσμευση απέναντι σε όσους τους ψηφίσουν.

Το τρίτο είναι ότι διάβασαν ορθά και έγκαιρα τις μετακινήσεις στις καταγραφές των δημοσκοπήσεων και διαπίστωσαν ότι έχουν εισροές μέχρι και από έναν μεγάλο αριθμό συντηρητικών ψηφοφόρων, που θεωρούν ότι μια ψήφος στους “οικολόγους πράσινους” δεν είναι παρά μια διαμαρτυρία, μια άρνηση του υπάρχοντος σκηνικού. Επιχειρώντας μια προβλητική ταύτιση στο επικοινωνιακό επίπεδο, προσαρμόζουν την δημόσια εικόνα τους στην εικόνα των πιθανών ψηφοφόρων, περιορίζοντας τον λόγο τους όχι στην προβολή κάποιων μίνιμουμ έστω θέσεων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αλλοιώσουν την εικόνα “αυτών που όλοι πρέπει να αγαπήσουν”, αλλά υποσχόμενοι όπως οι άλλοι συνάδελφοι τους με πείρα ό,τι μπορεί να ακούγεται ωραίο σε όλους, όπως θέσεις εργασίας (πράσινες παρακαλώ). Η κοινωνία μας μπορεί να περάσει ανώδυνα, χωρίς ανατροπές στον τρόπο που καταναλώνουμε τον πλανήτη, τους άλλους ή τον εαυτό μας, διατηρώντας την ευημερία μας μετρούμενη σε κατά κεφαλή ιπποδύναμη ΙΧ, κινητών τηλεφώνων ή ινστιτούτων αδυνατίσματος, σε έναν πράσινο παράδεισο όπου οι πάγοι δεν θα λιώνουν και τα πουλάκια θα κελαηδούν στις ανθισμένες κερασιές.

Το ότι η ευημερία αυτής της παρασιτικής χώρας αποτελεί αποδοχή προϊόντος του διαρκούς εγκλήματος που συντελείται ενάντια στον πλανήτη και σε μεγάλο αριθμό του πληθυσμού του αποτελεί μια ενοχλητική και άρα όχι χρήσιμη αλήθεια. Το ότι η υποτιθέμενη “πράσινη διέξοδος” περιορίζεται γεωγραφικά και πολιτισμικά σε ένα κλάσμα της ανθρωπότητας δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα, καθώς το σύνθημα “σκέψου τοπικά δράσε συνολικά” μπορεί να αλλοιώνεται κατά το δοκούν ερμηνεύοντας κατά περίπτωση τους όρους τοπικό και συνολικό. Το ότι αυτή η υλική ευημερία έχει ένα αντάλλαγμα, την υπακοή σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο στις επιταγές των διαχειριστών της πιστοληπτικής μας ικανότητας και το τι σημαίνει αυτή η αφωνία για την ανθρώπινη υπόσταση και ταυτότητα δεν συζητείται, καθώς όλα αυτά αποτελούν μεταφυσικές κατηγορίες στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Το ότι τα όρια των αλλαγών καθορίζονται από τους ίδιους τους κλειδοκράτορες, τις κοινωνικές ελίτ ξεπερνιέται με την απόπειρα εισόδου στα σαλόνια των ελίτ όπως μας διδάσκει η παγκόσμια αλλά και η εγχώρια ιστορία με κορυφαίο παράδειγμα την μεταπολιτευτική γενιά.

Ιδού λοιπόν το προφίλ του οικολόγου που προτείνεται:
Ενημερώνεται από τον ΣΚΑΪ, ψωνίζει οικολογικά προϊόντα, αγοράζει κανένα κουπόνι για τα παιδιά του Νταρφούρ, ψηφίζει “οικολόγους πράσινους”. Κι αν ψάχνετε την σχέση της περιγραφής αυτής με την ενεργοποίηση των ανθρώπων σε οικολογικές διεκδικήσεις, σας πληροφορώ με λύπη ότι είναι μια σχέση ανταγωνιστική. Το θέαμα της οικολογίας προϋποθέτει και κατασκευάζει τον θεατή, την κουλτούρα του καναπέ, της εκπροσώπησης, της ετερονομίας. Δεν αποτελεί παράλειψη των “οικολόγων πράσινων” ένα εκλογικό εγχείρημα που δεν αναφέρεται, δεν επιχειρεί να αναδείξει και πολύ περισσότερο να πολλαπλασιάσει όσες εν πάση περιπτώσει ζωντανές αντιστάσεις υπάρχουν.
Αντίθετα οι άνθρωποι έχουν κατανοήσει το μάθημα που πήραν στους Οικολόγους Εναλλακτικούς, ότι μια προσέγγιση μέσα από λογικές ανάπτυξης κινήματος δεν τους δίνει τον ζωτικό χώρο για να στήσουν τέτοιου είδους μαγαζιά, ότι οι συλλογικές διαδικασίες είναι ενίοτε απαγορευτικές. Γι’ αυτό εξ’ άλλου έκαναν ότι μπορούσαν για να καταλύσουν το εγχείρημα εκείνο.

Τώρα θεωρούν ότι μπορούν να παίξουν μόνοι τους. Μπορεί και να πετύχουν τον στόχο τους ως την επόμενη μέρα, τότε που θα χρειαστεί να πάρουν πολιτικές θέσεις αναδεικνύοντας την γύμνια του βασιλιά. Τότε θα είναι ίσως η κατάλληλη ώρα να μιλήσουμε για πολιτική οικολογία. Μια πρόταση, για να παραφράσουμε τον Μαρξ, που δεν θέλει απλά να στολίσει την αλυσίδα με ψεύτικα λουλούδια, ούτε καν να τινάξει από την αλυσίδα τα ψεύτικα λουλούδια που κουβαλά ο άνθρωπος την αλυσίδα δίχως αυταπάτες, αλλά να σπάσει την αλυσίδα για να μυρίσει ο άνθρωπος το ζωντανό λουλούδι.

Θανάσης Τζιούμπας

Πρώην μέλος της Πανελλαδικής Γραμματείας των Οικολόγων Εναλλακτικών

Πρώην υποψήφιος βουλευτής των Οικολόγων Εναλλακτικών

Πρώην ιδρυτικό μέλος του δικτύου “Μεσόγειος SOS”

Νυν μέλος της “Επιτροπής για την Προστασία του Σέιχ Σού”

Read Full Post »

Γράφει ο Θανάσης Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ*

vaurostrageusa

Είναι περίεργη η συμβολή της οδού Ευνούχων με την οδό Κουναβιών. Αμφότερες αφορούν σακάτηδες. Όχι όμως οποιουσδήποτε. Είναι οι δρόμοι εκείνων που οι ίδιοι αποφάσισαν τον ακρωτηριασμό τους. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι δύο δρόμοι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους??? και όσον αφορά το πού πάει ο καθένας και όσον αφορά το ποιοι πάνε στον καθένα. Επισκεφτείτε τη διασταύρωση αυτή. Μα, μη λυπηθείτε όλους τους ακρωτηριασμένους.

Γιατί να λυπηθείτε τα κουτσά κουνάβια; Αν δεν είχε προλάβει ο Καβάφης, είμαι απολύτως σίγουρος πως κουνάβι θα είχε πρωτογράψει το ποίημα Che fece… il gran rifiuto. Κουνάβι γαρ είναι το ζώο που, όταν πιαστεί το πόδι του στο δόκανο, προτιμά να κόψει το αιχμαλωτισμένο πόδι του και να φύγει. Ελεύθερο, απροσκύνητο και ες αεί ακρωτηριασμένο. Όσα χρόνια κι αν ακολουθήσουν, δεν θα περάσει ούτε μια στιγμή (κυριολεκτικά, ούτε μία!) που να μην είναι πλέον στοιχείο της ύπαρξής του η οδύνη του ακρωτηριασμού. Στοιχείο του η οδύνη, και στοιχειό της μια επίγνωση: ότι κι αν πήγαινε πίσω στον χρόνο, στη στιγμή της παγίδευσης, πάλι το ίδιο θα έκανε. Το κουνάβι δεν άφησε στο δόκανο κάποιο ανεπιθύμητο φορτίο, κάτι που του περίσσευε. Άφησε τον εαυτό του, ακριβώς για να κρατήσει ελεύθερο τον εαυτό του. Θυμίζει την περίεργη, αντινομική φράση του Χριστού: όποιος θέλει να βρει την ψυχή του, οφείλει να τη χάσει. Το κουνάβι δεν θα το λυπηθεί κανείς. Οι μισοί δεν το λυπούνται, διότι ξέρουν πως είναι κερδισμένο, με αρτιμελή την αξιοπρέπειά του. Οι άλλοι μισοί πάλι δεν το λυπούνται, διότι ούτε που τους περνάει από το νου η οδύνη του. Οδύνη που δεν διαλαλιέται, είναι οδύνη που πάει – λένε -, πέρασε.

Δείτε τους καημένους τους ευνούχους. Περιδιαβαίνουν τον δρόμο τους, ίδιοι άρχοντες. Δεν κουτσαίνουν, δεν εμποδίζονται να πηδήξουν, δεν δυσκολεύονται να χορέψουν, δεν μένουν πίσω. Είναι στην καρδιά των γεγονότων και αποφασίζουν για τις μοίρες άλλων. Δουλειά τους είναι να συμβουλεύουν βεζύρηδες, να πιάνουν πόστα, να εποπτεύουν χαρέμια, να υπηρετούνται από γιουσουφάκια, να στήνουν δόκανα. Ο ευνούχος ξέρει καλά πόσο καίρια είναι η θέση του, και τρέμει στην ιδέα να τη χάσει. Αν με μια μαγική κίνηση θα μπορούσε να ξανααποκτήσει τα όργανα που τώρα στερείται, και να βρισκόταν ταυτόχρονα έξω από το πόστο, και πάλι θα επέλεγε τον ευνουχισμό του ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, τον αυτοευνουχισμό του. Διότι αυτός ήταν το κλειδί της εισόδου του στην αυλή. Ευνούχος είναι το ον το οποίο απομένει από εκείνον που είναι πρόθυμος να θυσιάσει την ικανότητά του προς ευνήν, ώστε να γίνει άκαρπος και ως εκ τούτου δεκτός σε ό,τι πιο άκαρπο: στη χορεία των νεμομένων την εξουσία.

Η διασταύρωση των οδών Ευνούχων και Κουναβιών είναι αληθινά πεδίο μάχης. Αυτό που για τον ευνούχο είναι το θέλγητρο, είναι δόκανο για το κουνάβι. Ο ευνούχος θυσιάζει κι άλλα, προκειμένου να μη φύγει ποτέ από το δόκανο. Τρέμει στην ιδέα να μην τον παίζουν οι άλλοι ευνούχοι, και ταυτόχρονα αφρίζει με όσους δεν θέλουν να παίξουν μαζί τους. Ο ευνούχος έχει θάψει βαθιά στη γη την ακεραιότητά του, μα στο κουνάβι επισείει το κομμένο πόδι σαν απειλή για τα χειρότερα, χωρίς να καταλαβαίνει ότι το πόδι αυτό είναι για το κουνάβι απόκομμα εισιτηρίου για την ελευθερία – πανάκριβο για την πανάκριβη. Στην περίπτωση των ευνούχων το ρήμα «χορεύω» λειτουργεί ταυτοχρόνως ως αμετάβατο και ως μεταβατικό. Ο ευνούχος χορεύει (ανήκει όντως στην ομήγυρη των χορευόντων), και ταυτοχρόνως χορεύει άλλους πολλούς (στο ταψί, στην καριέρα ή όπου αλλού). Είναι όμως ανήμπορος να χορέψει τα κουνάβια. Αν περάσετε απλώς ως επισκέπτες τη διασταύρωσή μας (τι τύχη κι αυτή, να βρεθεί κανείς εκεί μονάχα ως επισκέπτης!), λυπηθείτε τους ευνούχους. Είναι οι μόνοι καημένοι. Ανεπανόρθωτα εθελόδουλοι, γίνονται δυστυχείς μόλις αγγίξει τα πνευμόνια τους ο αέρας της ελευθερίας που φέρνει μαζί τους κάποιο διερχόμενο κουνάβι δίχως να κλίνει την κεφαλή του επί δεξιά.

Σκέφτομαι μήπως ο λόγος περί Ευνούχων και Κουναβιών ακούγεται πολύ σχηματικός, πολύ εύκολος, ίσως και πολύ αφοριστικός. Αν τυχόν ακούγεται έτσι, σκεφτείτε απλώς ότι η ευκολία μπορεί να είναι των λόγων – όχι πάντως των δρόμων. Πώς να το κάνουμε; Κάθε χάρτης είναι επίπεδος και ιλουστρασιόν, είτε απεικονίζει λεωφόρο, είτε γκρεμούς. Ουδείς ποτέ πορεύτηκε πάνω στον χάρτη. Το δίλημμα περί των οδών θα παραμείνει ακέραιο και θα περιμένει τους περιπατητές, με την αιώνια υπομονή που έχουν τα δόκανα, με την απύθμενη λαγνεία που ασκεί η ισχύς.

  • Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι δρ. Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη
  • Δημοσιεύθηκε στην Αυγή το Σάββατο 24/5

Read Full Post »